Η 9η Φεβρουαρίου, Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, μας δίνει μια ευκαιρία να σκεφτούμε ζητήματα που άπτονται της γλώσσας μας, σε μία εποχή κατά την οποία η χρήση του λόγου, γραπτού και προφορικού, φαίνεται να έρχεται σε δεύτερη μοίρα συγκρινόμενη με την επιταγή της τεχνολογικής, ενίοτε και τεχνοκρατικής, παιδείας και εξειδίκευσης. Τίθενται συνεπώς όλο και συχνότερα ερωτήματα σε σχέση με την σημασία της ορθής χρήσης της γλώσσας, όπως αυτή αποτυπώνεται στην ορθογραφία και το συντακτικό, την συνέχιση ή μη της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, αλλά και την αξία της κλασικής παιδείας εν γένει.

Η πρώτη φάση της ελληνικής γλώσσας ανάγεται στην τρίτη χιλιετία π.Χ.. σύμφωνα με τεχνικές επανασύνθεσης που προκύπτουν από τη συγκριτική γλωσσολογία, ενώ έχει μία τεκμηριωμένη γραπτή ιστορία περίπου 3500 ετών, η οποία μαρτυρείται από τις πινακίδες της Γραμμικής Β. Οι πρώτοι τεκμηριωμένοι φορείς της ελληνικής γλώσσας, οι Μυκηναίοι, χρησιμοποίησαν την Γραμμική Α, το σύστημα γραφής των Μινωιτών, για να καταγράψουν διοικητικά στοιχεία, ωστόσο «από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκαν [ελληνικά] γραπτά κείμενα, ποιητικά ή πεζά, δεν αποτελούσαν απλώς καταγραφές, αλλά έργα τέχνης που μπορούσαν να αναπαραχθούν και τα οποία προσλαμβάνονταν ακουστικά από τους αποδέκτες τους μέσω της καλλιτεχνικής τους εκφοράς» (Eideneier, 1999,σ. 29).

Η ελληνική καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την έννοια της προφορικότητας, και αυτό δικαιολογεί και το μεγάλο διάστημα, πάνω από επτά αιώνες τουλάχιστον, μέχρι την υιοθέτηση ενός συστήματος το οποίο να επιτρέπει την καταγραφή εκτενών λογοτεχνικών έργων, του αλφαβήτου. Για δεύτερη φορά στην ιστορία της, η ελληνική γλώσσα υιοθετεί ένα προϋπάρχον σύστημα γραφής, δίνοντας φωνηεντική αξία σε ορισμένα σύμβολα του συμφωνικού φοινικικού αλφαβήτου για να καταγράψει τα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, τα Ομηρικά έπη.

Στους επόμενους αιώνες η εξάπλωση της αττικής διαλέκτου, και η υποχώρηση των αρχαίων διαλέκτων οδηγούν στην δημιουργία μιας κοινής γλώσσας, δομικό στοιχείο της ελληνικής εθνικής ταυτότητας σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Οι εκστρατείες του Αλεξάνδρου οδήγησαν στην διάδοση της ελληνιστικής κοινής στην ευρύτερη λεκάνη της ανατολικής Mεσογείου παρά τις αντιστάσεις που η διάδοση αυτή συνάντησε από τις γλώσσες που μιλιούνταν παλαιότερα στις περιοχές αυτές, καθιστώντας την πρώτη lingua franca του δυτικού κόσμου (Hoffman et al., 1983, σ.87-118). Αυτή την περίοδο γίνεται και η πρώτη χρήση των πεζών, αλλά και των σημείων στίξης, ώστε να είναι πιο ευανάγνωστη η ελληνική από τους ελληνίζοντες πληθυσμούς.

Η κατάκτηση του ελλαδικού χώρου από την ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε ως αποτέλεσμα την όσμωση μεταξύ των δύο γλωσσών και πολιτισμών. «Η ελληνική επίδραση στη λατινική […] άρχισε να εκτείνεται όλο και περισσότερο, καθώς η δεύτερη απέκτησε τον ρόλο της παγκόσμιας γλώσσας. Η λατινική επίδραση στην ελληνική γλώσσα, αντιθέτως, ήταν πιο περιορισμένη» (Horrocks, 1997, ενότητα 5.3). Πολλές από τις λέξεις τις οποίες υιοθέτησε η λατινική επιβιώνουν μέχρι σήμερα στις λατινογενείς γλώσσες της Ευρώπης, όπως η Ιταλική και η Γαλλική, αλλά και στις γλώσσες που δέχτηκαν επίδραση από τα λατινικά, όπως η Γερμανική και η Αγγλική.

Βασικός παράγοντας επιβίωσης της ελληνικής γλώσσας ήταν η χρήση της για την μεταγραφή της Παλαιάς Διαθήκης από τα εβραϊκά, η συγγραφή της Καινής Διαθήκης εξ αρχής στα ελληνικά, και η συνεπακόλουθη εξάπλωση του Χριστιανισμού η οποία εξασφάλισε εν πολλοίς την συνέχιση της χρήσης της ελληνικής γλώσσας, ακόμα και μετά από αιώνες κατακτήσεων του ελλαδικού χώρου από Άραβες, Ενετούς, και Οθωμανούς. Ο μετασχηματισμός της γλώσσας κατά τον Μεσαίωνα οδήγησε σταδιακά στην Πρώιμη Νεοελληνική Γλώσσα, η οποία χρησιμοποιείται για λογοτεχνικά κείμενα πρωτίστως στην Ενετοκρατούμενη Κρήτη. Μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους το 1830 το γλωσσικό ζήτημα παρέμεινε ανοικτό για πάνω από έναν αιώνα, μέχρι την τελική επικράτηση της δημοτικής, η οποία ήταν ουσιαστικά η καθομιλουμένη γλώσσα για αιώνες, επί της καθαρεύουσας, και την συνεπακόλουθη εγκατάλειψη του πολυτονικού συστήματος.

Σήμερα η ελληνική γλώσσα δοκιμάζεται από τις προκλήσεις που δημιουργούν η εκτεταμένη χρήση του διαδικτύου, η χρήση των greeklish, του Τ9, του «κορρέκτορα» του Google, αλλά και το μειωμένο ενδιαφέρον για την λογοτεχνία, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για μια νέα περίοδο προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Η γλώσσας επέδειξε διαχρονικά προσαρμοστικότητα, δεκτικότητα στην εισδοχή νέων στοιχείων και νέων ομιλητών, χαρακτηριστικά που οδήγησαν στην εξάπλωσή της και διασφάλισαν την επιβίωσή της εν αντιθέσει με πολλές άλλες γλώσσες με τις οποίες συνυπήρξε ανά διαστήματα.

Eideneier, H. 1999, Von Rhapsodie zu Rap. Aspekte der griechischen Sprachgeschichte von Homer bis heute, Tübingen: Gunter Narr Verlag

O. Hoffmann, A. Debrunner & A. Scherer 1983, Geschichte der griechischen Sprache Βερολίνο: Walter de Gruyter

Horrocks, G., 1997, Greek: A History of the Language and its Speakers, Λονδίνο & Νέα Υόρκη: Longman

Μοιραστείτε την είδηση

Παναγιώτης Ζερβουδάκης

Αρχαιολόγος

    Παναγιώτης Ζερβουδάκης έχει δημοσιεύσει 11 άρθρα. Δείτε όλα τα άρθρα του συντάκτη Παναγιώτης Ζερβουδάκης