Ρύθμιση οφειλών σε 72 δόσεις | ποιοι εντάσσονται
Την ευκαιρία να ρυθμίσουν τις παλιές (προ του 2024) οφειλές τους, θα έχουν τη δυνατότητας χιλιάδες φορολογούμενοι, καθώς στα τέλη Ιουνίου ή τις αρχές Ιουλίου, αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή η νέα έκτακτη ρύθμιση των 72 δόσεων προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά Ταμεία, με αυστηρούς όμως όρους και προϋποθέσεις.
Η ρύθμιση θα αφορά ληξιπρόθεσμες οφειλές που είχαν δημιουργηθεί έως 31.12.2023 σε εφορία και ΚΕΑΟ, δηλαδή χρέη που προκλήθηκαν κυρίως λόγω της ενεργειακής κρίσης.
Αν και το σχετικό νομοσχέδιο θα παραμένει υπό διαβούλευση έως 15 Ιουνίου -και συνεπώς δεν αποκλείονται αλλαγές ή βελτιώσεις προ της κατάθεσης και ψήφισης- οι ενδιαφερόμενοι να ενταχθούν σε αυτήν θα πρέπει να προετοιμάζονται ήδη από τώρα πλέον, καθώς δεν θα αρκεί μια απλή αίτηση, αλλά θα πρέπει να προνοήσουν να έχουν άμεσα διαθέσιμο, τουλάχιστον το ποσό της α΄δόσης που θα κληθούν να καταβάλουν, με βάση τη διάρκεια της ρύθμισης που θα επιλέξουν.
Πρακτικά , πάντως, η αίτηση θα υποβάλλεται ηλεκτρονικά προς την ΑΑΔΕ και το ΚΕΑΟ. Η διαδικασία θα μείνει «ανοικτή» για αιτήσεις σχεδόν για έξι μήνες, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Η νέα ρύθμιση θα προσφέρει τριπλάσιο χρόνο αποπληρωμής -έως και έξι χρόνια αντί για δύο- αλλά και πολύ χαμηλότερες δόσεις από την «πάγια» ρύθμιση των 24 δόσεων.
Ωστόσο για μικρά χρέη (κάτω των 2.200 ευρώ) οι 72 δόσεις περιορίζονται, καθώς προβλέπονται ως ελάχιστο ποσό δόσης τα 30 ευρώ. Για παράδειγμα, για βασική οφειλή 1.800 ευρώ προκύπτουν έως 60 δόσεις. Ενώ η υπαγωγή δεν θα είναι αυτόματη, αλλά θα απαιτείται αίτηση και τήρηση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων.
Τα οφέλη πάντως για όσους ενταχθούν και παραμείνουν συνεπείς είναι σημαντικά. Με την υπαγωγή στη ρύθμιση και εφόσον τηρούνται οι όροι, χορηγείται αποδεικτικό φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας (αναλόγως πού χρωστά ο οφειλέτης), αναστέλλεται η ποινική δίωξη για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών (ή η εκτέλεση ποινής όπου τυχόν έχει ήδη επιβληθεί) και «παγώνουν» τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη.
Παράλληλα, όμως, αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής των οφειλών για όσο διαρκεί η ρύθμιση, σε περίπτωση που δεν την εγκαταλείψει πρόωρα ο οφειλέτης. Ενώ, ακόμη και μετά την υπαγωγή, το Δημόσιο και οι ασφαλιστικοί φορείς διατηρούν ορισμένα δικαιώματα, όπως: εγγραφή υποθήκης, μη χορήγηση ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου όταν η οφειλή δεν είναι διασφαλισμένη, ή και συμψηφισμό τυχόν απαιτήσεων του οφειλέτη με τις υποχρεώσεις του.
Βασικές προϋποθέσεις για να υπαχθεί στη ρύθμιση ο οφειλέτης για τα χρέη του, είναι οι εξής:
1. να εντάξει υποχρεωτικά το σύνολο των προ του 2024 οφειλών του -και όχι επιλέγοντας ένα μέρος αυτών μόνον- εφόσον δεν τελούν σε αναστολή πληρωμής. Αν το επιθυμεί ο ίδιος, πάντως, μπορεί να εντάξει και οφειλές που τελούν σε αναστολή, εφόσον εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης (δηλαδή κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως 31.12.2023)
2. οι συγκεκριμένες οφειλές (προ του 2024) να μην τελούσαν κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 21ης Απριλίου 2026, σε καμία ενεργή ρύθμιση. Δεν επιτρέπεται δηλαδή «μεταπήδηση» στις 72 δόσεις, από άλλη ρύθμιση. Όποια ρύθμιση τυχόν ήταν ενεργή, πρέπει να συνεχίσει να εξυπηρετείται.
3. ο οφειλέτης θα πρέπει να μην δημιουργήσει άλλες εκκρεμείς ληξιπρόθεσμες οφειλές μετά το 2024. Αν τυχόν έχει και νέες οφειλές πρέπει, πριν την αίτηση υπαγωγής, είτε να τις εξοφλήσει άμεσα , είτε να τις τακτοποιήσει νόμιμα με την πάγια ρύθμιση (24 ή 48 δόσεων, ανάλογα με το είδος των οφειλών αυτών).
4. πριν την αίτηση υπαγωγής στις 72 δόσεις, θα πρέπει να έχει υποβάλει και όλες τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των τελευταίων πέντε ετών, για τις οποίες η προθεσμία έχει λήξει έως 31 Δεκεμβρίου 2025. Αν τις υποβάλει εκπρόθεσμα πριν την αίτηση προκειμένου να ενταχθεί στη ρύθμιση, θα πρέπει να τακτοποιήσει ή ρυθμίσει και τις τυχόν οφειλές που θα προκύψουν από τις δηλώσεις αυτές.
5. η υπαγωγή δεν ολοκληρώνεται απλά με την υποβολή της αίτησης, αλλά μόνο εφόσον ολοκληρωθεί και η πληρωμή της πρώτης δόσης η οποία, στην περίπτωση της εφορίας, πρέπει να καταβληθεί άμεσα -εντός τριών εργάσιμων ημερών από την αίτηση.
6. ο οφειλέτης πρέπει να μην έχει αμετάκλητη καταδίκη για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.
Από την ημερομηνία υπαγωγής η βασική οφειλή κεφαλαιοποιείται και διαγράφονται τυχόν πρόσθετα τέλη και προσαυξήσεις. Ωστόσο επιβαρύνεται με τόκο (5,84% για φορολογικές οφειλές).
Σε περίπτωση καθυστέρησης δόσης, ενεργοποιείται πρόσθετη επιβάρυνση. Η ρύθμιση χάνεται και αναβιώνουν μέτρα είσπραξης και προσαυξήσεις, αν δεν καταβληθούν δύο συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις, ή αν υπάρξει καθυστέρηση άνω των δύο μηνών στις δύο τελευταίες δόσεις. Χάνεται επίσης αν δεν εξοφλούνται -ή δεν τακτοποιηθούν- και οι τυχόν άλλες τρέχουσες οφειλές προς εφορία και φορείς κοινωνικής ασφάλισης, μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες.
Αντίστοιχη ρύθμιση προβλέπεται και για τα χρέη προς τον e-ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ. Και στην περίπτωση αυτή, η ρύθμιση αφορά οφειλές που σχετίζονται με χρονικές περιόδους έως 31 Δεκεμβρίου 2023, με ελάχιστη δόση 30 ευρώ. Η αίτηση για τις ασφαλιστικές οφειλές θα υποβάλλεται ηλεκτρονικά έως 31 Δεκεμβρίου 2026 στο ΚΕΑΟ για τις βεβαιωμένες οφειλές και για όσες υπάγονται στην αρμοδιότητά του. Ενώ για οφειλές του πρώην ΝΑΤ ή άλλων φορέων, όπου η είσπραξη δεν ανήκει αποκλειστικά στο ΚΕΑΟ, η διαδικασία θα γίνεται στον αρμόδιο φορέα. Για τις ασφαλιστικές εισφορές, η πρώτη δόση θα καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα υποβολής της αίτησης.
Τι αναφέρεται στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Με το άρθρο 18 του νέου νομοσχεδίου «Mέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, μισθολογικές και φορολογικές διατάξεις, ρυθμίσεις για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου, ρυθμίσεις για την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων και βελτίωση του πλαισίου για τα παίγνια, ρυθμίσεις για την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία και λοιπές διατάξεις» που τέθηκε σε διαβούλευση, ρυθμίζεται η τμηματική καταβολή οφειλών στη φορολογική διοίκηση σε έως εβδομήντα δύο δόσεις, ως εξής:
1. Βεβαιωμένες οφειλές στη φορολογική διοίκηση, οι οποίες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 31η.12.2023, δύναται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, να υπαχθούν σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής σε έως και εβδομήντα δύο (72) μηνιαίες δόσεις με την επιφύλαξη του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παρ. 5.
2. Η υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος παρέχεται εφόσον:
α) οι οφειλές της παρ. 1 δεν τελούν κατά την 21η.4.2026 και δεν έχουν υπαχθεί έως και την ημερομηνία υποβολής της αίτησης σε καθεστώς ρύθμισης,
β) ο οφειλέτης κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση:
βα) δεν έχει λοιπές ληξιπρόθεσμες οφειλές ή οι λοιπές ληξιπρόθεσμες οφειλές του, στο σύνολό τους, τακτοποιούνται κατά νόμιμο τρόπο σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 11,
ββ) έχει υποβάλει όλες τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των τελευταίων πέντε (5) ετών, για τις οποίες η προθεσμία υποβολής έχει λήξει μέχρι την 31η.12.2025,
βγ) δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.
3. Στη ρύθμιση του παρόντος υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των οφειλών της περ. α) της παρ. 2, που κατά την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση δεν τελούν σε αναστολή πληρωμής. Στη ρύθμιση του παρόντος δύνανται να υπαχθούν, μετά από επιλογή του οφειλέτη, οφειλές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2, και τελούν κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής σε αναστολή πληρωμής.
4. Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη φορολογική διοίκηση μέχρι την 31η.12.2026. Αν υφίσταται τεχνική αδυναμία ηλεκτρονικής υποβολής της αίτησης, αυτή υποβάλλεται στην υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής.
5. Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης ορίζεται σε τριάντα (30) ευρώ.
6. Η υπαχθείσα στη ρύθμιση βασική οφειλή επιβαρύνεται από την ημερομηνία υπαγωγής, αντί των κατά Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., ν. 4978/2022, Α΄ 190) και Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 5104/2024, Α΄ 58) προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, με τόκο που υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο της υποπερ. β) της περ. 3 της υποπαρ. Α2 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107). Το επιτόκιο είναι ετησίως υπολογισμένο και παραμένει σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.
Το επιτόκιο της ρύθμισης του παρόντος δεν υπερβαίνει τα επιτόκια που ορίζονται για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 52 του Κ.Φ.Δ. και της παρ. 1 του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε.
Για οφειλές από δασμούς, ο τόκος υπολογίζεται σύμφωνα με το εκφρασμένο σε ετήσια βάση και δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C, επιτόκιο, που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησής της, την πρώτη ημέρα του μήνα λήξης της προθεσμίας καταβολής τους, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, ή την πρώτη ημέρα του μήνα βεβαίωσής τους, για τις μη ληξιπρόθεσμες οφειλές, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Το επιτόκιο δεν υπόκειται στον περιορισμό του δεύτερου εδαφίου της παρ. 6. Τόκος δεν υπολογίζεται, εφόσον οι ρυθμιζόμενες οφειλές δεν υπερβαίνουν ανά πράξη βεβαίωσης το ποσό των δέκα (10) ευρώ.
Με την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος και υπό την προϋπόθεση της τήρησης αυτής, δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα του άρθρου 6 του ν. δ. 356/1974 (Α΄ 90) και του άρθρου 57 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), τα οποία αφορούν οφειλές που έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων από την 1η Ιανουαρίου 2014 και έως και τις 20 Μαρτίου 2015.
Η καθυστέρηση καταβολής δόσης της ρύθμισης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με τη προσαύξηση του τέταρτου εδαφίου της περ. 7 της υποπαρ. Α2 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013.
7. Η υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση του παρόντος συντελείται με την καταβολή της πρώτης δόσης. Η πρώτη δόση καταβάλλεται εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση. Κατ’ εξαίρεση, με την υποβολή από τον οφειλέτη αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, τα αποδιδόμενα ποσά από συμψηφισμούς κατ’ άρθρο 75 του Κ.Ε.Δ.Ε., από παρακρατήσεις αποδεικτικού ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής κατ΄ άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ. και από πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης λαμβάνονται υπόψη και για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσμίας του δεύτερου εδαφίου και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
8. Τα ποσά που εισπράττονται κατά τη διάρκεια της ρύθμισης από την παρακράτηση απαίτησης του οφειλέτη λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής των παρ. 4 και 5 του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ. ή κατόπιν συμψηφισμού του άρθρου 75 του Κ.Ε.Δ.Ε. ή μετά από αναγκαστικά μέτρα, καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
9. Σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του συνόλου του υπολοίπου της ρυθμισμένης κατά το παρόν οφειλής με οποιονδήποτε τρόπο, ήτοι με καταβολή από τον οφειλέτη, ή μέσω διοικητικών ή αναγκαστικών μέτρων είσπραξης, όπως το αποδεικτικό ενημερότητας και η κατάσχεση, ή διενέργειας συμψηφισμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 75 του Κ.Ε.Δ.Ε., ο οφειλέτης επιβαρύνεται με τον τόκο που αναλογεί στον αριθμό δόσεων που τελικά διαμορφώνεται κατά την ημερομηνία εξόφλησης της ρύθμισης λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία υπαγωγής σε αυτή.
10. Από την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος και εφόσον ο οφειλέτης συμμορφώνεται με αυτή, παρέχονται τα εξής ευεργετήματα:
α) χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ.,
β) αναστέλλεται η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ρύθμιση και σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης το αξιόποινο εξαλείφεται, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η παρ. 5 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990,
γ) αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων. Κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της ρύθμισης, οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί εις χείρας τρίτων σε βάρος του οφειλέτη δεν καταλαμβάνουν μελλοντικές απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του τρίτου υπό την προϋπόθεση ότι η κατάσχεση αφορά αποκλειστικά σε χρέη που έχουν ρυθμιστεί κατά το παρόν και γνωστοποιείται η απόφαση αποδέσμευσης των μελλοντικών απαιτήσεων στον τρίτο. Ποσά απαιτήσεων που γεννώνται μετά την ως άνω γνωστοποίηση, αποδεσμεύονται και αποδίδονται κατά νόμο, ενώ ποσά απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν από αυτή αποδίδονται στο Δημόσιο. Σε περίπτωση απώλειας της ρύθμισης, οι ανωτέρω κατασχέσεις αναπτύσσουν πλήρως τις έννομες συνέπειές τους αναφορικά με τις μελλοντικές απαιτήσεις, από τη γνωστοποίηση της ανατροπής στον τρίτο. Τυχόν αποκτηθέντα δικαιώματα ή αξιώσεις τρίτων δεν αντιτάσσονται έναντι του κατασχόντος Δημοσίου. Στις περιπτώσεις του δεύτερου έως του πέμπτου εδαφίου της παρούσας, ποσά που έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο δεν επιστρέφονται, και
δ) ο χρόνος παραγραφής των ρυθμιζόμενων οφειλών αναστέλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης και δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής.
11. Η ρύθμιση του παρόντος απόλλυται με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου των οφειλών σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης, εάν ο οφειλέτης:
α) δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών,
β) μετά την παρέλευση ενός (1) μηνός από την υπαγωγή στη ρύθμιση δεν έχει εξοφλήσει ή δεν έχει υπαγάγει σε πάγια ρύθμιση σύμφωνα με την υποπαρ. Α2 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 ή δεν έχει τακτοποιήσει με άλλο νόμιμο τρόπο το σύνολο των λοιπών ληξιπρόθεσμων οφειλών του στη Φορολογική Διοίκηση, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, οφειλών του, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας, και
γ) δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις οφειλές του στη Φορολογική Διοίκηση, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος, εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους.
12. Το Δημόσιο δύναται και μετά από την υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση και την τήρηση των όρων της:
α) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των συνυπόχρεων προσώπων, ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,
β) να μην χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για τη μεταβίβαση ακινήτου ή τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ’ αυτού στα πρόσωπα της περ. α) ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι διασφαλισμένη σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ.,
γ) να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι του ύψους των οφειλών του, σύμφωνα με το άρθρο 75 του Κ.Ε.Δ.Ε..
13. Δεν υπάγονται στη ρύθμιση του παρόντος οφειλές που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 31 του ν. 5000/2022 (Α΄ 226) και αφορούν σε ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων βάσει απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και οφειλές που δεν δύναται να ρυθμίζονται σύμφωνα με άλλες διατάξεις.

