Οικονομίανέαπρωτοσέλιδο Α

Ενεργειακός συναγερμός | στο τραπέζι επιδότηση στο ντίζελ και σε λογαριασμούς ρεύματος

Νέο ενεργειακό συναγερμό σημαίνουν για την Ελλάδα οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς η εκτίναξη των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου αρχίζει να περνάει με μεγαλύτερη ένταση στην εγχώρια αγορά.

Με τις τιμές των καυσίμων να φλερτάρουν ήδη με τα 2 ευρώ το λίτρο και τη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας να καταγράφει άνοδο περίπου 24% τον Ιούλιο σε σχέση με τον Ιούνιο, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο διπλό μέτωπο ανατιμήσεων σε καύσιμα και ηλεκτρικό ρεύμα.

Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της «Καθημερινής», το μεγαλύτερο «αγκάθι» είναι το ντίζελ, καθώς οι αυξήσεις διαχέονται μέσω του κόστους μεταφοράς και παραγωγής σε ολόκληρη την οικονομία. Στο κυβερνητικό επιτελείο εξετάζονται ήδη τα περιθώρια παρέμβασης, με την επαναφορά της επιδότησης του ντίζελ κίνησης στην αντλία να βρίσκεται, σύμφωνα με πληροφορίες, ψηλά στη λίστα των πιθανών μέτρων.

Η νέα εστία ανησυχίας βρίσκεται στην Ερυθρά Θάλασσα και στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, από όπου διέρχεται περίπου το 7% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και το οποίο έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Η επαναδραστηριοποίηση των Χούθι και οι επιθέσεις σε δύο σαουδαραβικά δεξαμενόπλοια διέλυσαν τις προσδοκίες για αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών, οδηγώντας το Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Η αγορά πετρελαίου βρίσκεται εκ νέου υπό ισχυρή πίεση, σε μια συγκυρία κατά την οποία τα παγκόσμια αποθέματα έχουν ήδη περιοριστεί.

Στο «κόκκινο» βρίσκεται και η αγορά φυσικού αερίου. Οι τιμές στον ολλανδικό κόμβο TTF ξεπέρασαν τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αγγίζοντας υψηλό τετραμήνου και εντείνοντας τις ανησυχίες για την ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης ενόψει του χειμώνα. Τα αποθέματα βρίσκονται περίπου στο 54%, αισθητά χαμηλότερα από τον εποχικό μέσο όρο και στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο για την περίοδο αυτή την τελευταία 15ετία. Η Ευρώπη καλείται επομένως να αναπληρώσει σημαντικό μέρος των αποθεμάτων της σε ένα περιβάλλον υψηλών τιμών, το οποίο θα επηρεάσει και τις τιμές ρεύματος.

Στην Ελλάδα, το πρώτο «καμπανάκι» χτυπάει ήδη στα πρατήρια. Στην καρδιά της τουριστικής περιόδου και ενώ οι μετακινήσεις βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους, οι μέσες τιμές έχουν φθάσει το 1,988 ευρώ το λίτρο για τη βενζίνη και το 1,981 ευρώ για το ντίζελ κίνησης. Και αυτό παρά την επιδότηση κατά 10 και 5 λεπτά αντιστοίχως που εφαρμόζουν τα διυλιστήρια από τις 14 Ιουλίου έως το τέλος Αυγούστου, έπειτα από κυβερνητική παρέμβαση. Σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, μάλιστα, το φράγμα των δύο ευρώ έχει ήδη ξεπεραστεί.

Μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η ταχύτητα ανόδου του ντίζελ. Η διεθνής αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με στενότητα προσφοράς, η οποία έχει επιδεινωθεί από την παύση των ρωσικών εξαγωγών. Τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει σημαντικά την παραγωγική δυναμικότητα της χώρας, προσθέτοντας ακόμη έναν παράγοντα αβεβαιότητας στην παγκόσμια αγορά καυσίμων.

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο είναι οι τιμές ηλεκτρικού ρεύματος. Η μέση χονδρεμπορική τιμή της μεγαβατώρας τον Ιούλιο κινείται μέχρι στιγμής περίπου 24% υψηλότερα από τον Ιούνιο, σε μια περίοδο αυξημένης ζήτησης λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και της εκτεταμένης χρήσης κλιματιστικών. Η άνοδος προοιωνίζεται υψηλότερες χρεώσεις στα πράσινα και κίτρινα κυμαινόμενα τιμολόγια του Αυγούστου. Το ύψος των τελικών ανατιμήσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το ποσοστό της αύξησης που θα επιλέξουν να απορροφήσουν οι προμηθευτές. Από αυτό θα κριθεί και εάν η κυβέρνηση θα ενεργοποιήσει εκ νέου το μέτρο των επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για να συγκρατηθούν οι τελικές τιμές για τους καταναλωτές.

Η κυβέρνηση εμφανίζεται έτοιμη να παρέμβει εφόσον η ενεργειακή κρίση αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση. Οπως έχει δηλώσει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, η κατάσταση παρακολουθείται σε καθημερινή βάση και υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι για τη χρηματοδότηση πρόσθετων μέτρων. «Εχουμε κρατήσει χρήματα στην άκρη και δεν θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια. Από την αρχή του χρόνου έχουν δοθεί 800 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης και υπάρχουν άλλα 200 εκατ. διαθέσιμα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της διεθνούς ενεργειακής κρίσης», έχει επισημάνει.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι πόσο θα διαρκέσει η διεθνής αναταραχή και πόσο γρήγορα θα μεταφερθεί στην πραγματική οικονομία. Με το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια, το φυσικό αέριο σε ανοδική τροχιά και τις τιμές ηλεκτρισμού να ανεβαίνουν εν μέσω θέρους, το ενεργειακό κόστος επιστρέφει δυναμικά ως μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τον πληθωρισμό, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Πηγή: moneyreview.gr

Μοιραστείτε την είδηση

Χρηστάλλα Κακαβελάκη

biskotto.gr