Οικονομίανέαπρωτοσέλιδο Α

Χωρίς φρένο η ακρίβεια | αυξήσεις έως και 70% σε πρώτες ύλες

Ένα νέο, ισχυρό κύμα ανατιμήσεων διαμορφώνεται ήδη στην αγορά και απειλεί να περάσει άμεσα στα ράφια, επηρεάζοντας ένα ευρύ φάσμα προϊόντων καθημερινής χρήσης. Από τις πρώτες ύλες μέχρι τα τελικά καταναλωτικά αγαθά, οι πιέσεις στο κόστος εντείνονται, με τις επιχειρήσεις να προετοιμάζονται για μετακύλιση των αυξήσεων στους καταναλωτές μέσα στους επόμενους μήνες.

Αλυσιδωτές αυξήσεις σε πρώτες ύλες και παραγωγή

Η νέα φάση ακρίβειας δεν αφορά μεμονωμένους κλάδους, αλλά εκτείνεται σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα. Υλικά όπως πλαστικά, χημικά προϊόντα, ρητίνες και συσκευασίες, που αποτελούν βασικά στοιχεία για δεκάδες βιομηχανίες, παρουσιάζουν σημαντικές αυξήσεις, ενώ παράλληλα περιορίζεται η διαθεσιμότητά τους.

Το πρόβλημα ξεκινά από το διεθνές περιβάλλον, καθώς η Μέση Ανατολή –κομβική για την παραγωγή και διακίνηση πρώτων υλών– βρίσκεται στο επίκεντρο γεωπολιτικών εξελίξεων. Η περιοχή καλύπτει περίπου το 40% των παγκόσμιων εξαγωγών βασικών πολυμερών, ενώ από εκεί διέρχεται σχεδόν το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι πρόσφατες διαταραχές έχουν οδηγήσει σε περιορισμό παραγωγικής δραστηριότητας και σε σημαντικά κενά στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Εκτίναξη τιμών έως και 70% σε βασικά υλικά

Τα στοιχεία της αγοράς αποτυπώνουν την ένταση των πιέσεων. Σε ορισμένες κατηγορίες πλαστικών και πολυμερών, οι αυξήσεις μέσα σε λίγες εβδομάδες φτάνουν έως και το 40%, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις αγγίζουν το 70%-80%. Σε άλλες κατηγορίες, οι ανατιμήσεις κινούνται κοντά στο 50%.

Αντίστοιχα, βασικές πρώτες ύλες για τη χημική βιομηχανία έχουν καταγράψει απότομες αυξήσεις, ακόμη και έως 70% σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι επιβαρύνσεις μεταφράζονται σε εκατοντάδες ευρώ ανά τόνο για τις επιχειρήσεις.

Στα χημικά προϊόντα, οι ανατιμήσεις είναι ήδη διψήφιες, ενώ σε κατηγορίες όπως τα απορρυπαντικά και τα προϊόντα PVC οι αυξήσεις φτάνουν έως και το 30%, λόγω του αυξημένου κόστους ενέργειας και πρώτων υλών.

Πιέσεις στην παραγωγή και φαινόμενα ελλείψεων

Η κατάσταση επιβαρύνεται από τη μείωση της παραγωγικής δραστηριότητας, καθώς αρκετές μονάδες έχουν περιορίσει ή διακόψει τη λειτουργία τους. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: αφενός αυξάνεται το κόστος και αφετέρου περιορίζεται η προσφορά.

Η αγορά φαίνεται να μεταβαίνει από τη φάση της ακρίβειας σε εκείνη των ελλείψεων, όπου δεν τίθεται μόνο ζήτημα τιμών αλλά και διαθεσιμότητας προϊόντων. Αυτή η εξέλιξη επιταχύνει τη μεταφορά των αυξήσεων στην τελική κατανάλωση.

Οι επιχειρήσεις προειδοποιούν

Στελέχη της αγοράς κάνουν λόγο για μια κατάσταση που ξεπερνά το ενεργειακό κόστος και αγγίζει τον πυρήνα της παραγωγής. Όπως επισημαίνει ο CEO του Ομίλου Σαράντη, Γιάννης Μπούρας:
«Αυτό που όλοι αναφέρουν για τα καύσιμα είναι το λιγότερο πρόβλημα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο μεγάλα θέματα: πρώτον, η εφοδιαστική και, δεύτερον, έχουν καταρρεύσει σημαντικές παραγωγικές μονάδες στη Μέση Ανατολή».

Σε ακόμη πιο έντονο τόνο περιγράφει την κατάσταση:
«Το παραγόμενο προϊόν έχει διπλασιαστεί στην τιμή και την ίδια στιγμή υπάρχουν προβλήματα που σου λένε “δεν μπορούμε να δεσμευτούμε”. Έχουμε συμβόλαια που σου λένε “Force majeure… δεν έχουμε προϊόντα”».

Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στον κλάδο των δομικών υλικών. Ο επικεφαλής της Vitex, Γιάννης Ιωάννου, επισημαίνει ότι η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με νέο κύμα αυξήσεων, λόγω ελλείψεων σε βασικές πρώτες ύλες και αδυναμίας σταθερής τροφοδοσίας.

Το κόστος μετακυλίεται στους καταναλωτές

Οι επιχειρήσεις προσπαθούν να καθυστερήσουν τη μεταφορά των αυξήσεων, αξιοποιώντας τα υπάρχοντα αποθέματα. Ωστόσο, όσο αυτά εξαντλούνται, η αναπροσαρμογή των τιμών θεωρείται αναπόφευκτη.

Ο Γιάννης Μπούρας τοποθετεί χρονικά τις εξελίξεις, δηλώνοντας:
«Αυτό θα πάρει πολύ περισσότερο στο τέλος του δεύτερου τριμήνου και στο δεύτερο εξάμηνο».
Και προσθέτει:
«Θα υπάρξει σημαντικός αριθμός ανατιμήσεων. Και αυτή τη φορά θα γίνουν σε έναν-δύο μήνες».

Για τον Όμιλο Σαράντη, οι αρχικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για αυξήσεις από 3% έως 7%. Ωστόσο, η βασική διαφοροποίηση σε σχέση με προηγούμενες περιόδους είναι η ταχύτητα μετάδοσης των αυξήσεων, η οποία αναμένεται να είναι σημαντικά μεγαλύτερη.

Επιπτώσεις στην αγορά και την κατανάλωση

Σε αντίθεση με την περίοδο 2022-2023, όπου οι ανατιμήσεις περνούσαν σταδιακά στην αγορά, αυτή τη φορά η προσαρμογή εκτιμάται ότι θα γίνει πιο άμεσα. Ο συνδυασμός αυξημένου κόστους και περιορισμένης διαθεσιμότητας επιταχύνει τις εξελίξεις.

Για τους καταναλωτές, αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις θα εμφανιστούν σε πολλά προϊόντα ταυτόχρονα και σε σύντομο χρονικό διάστημα, επηρεάζοντας ευρύτερα το κόστος ζωής.

workenter.gr
Γεωργία Ζιαγάκη

Μοιραστείτε την είδηση

Χρηστάλλα Κακαβελάκη

biskotto.gr