«Φώτης ο Τραβάγιας» | ανέκδοτη ιστορία με «φασαριόζο» Κισαμίτη

Γράφει ο Αντώνης Σχετάκης:

Ο Φώτης ο Τραβάγιας, ήταν ένας Κισαμίτης απροσδιορίστου απασχόλησης.
Άλλοτε εμπορευόταν αγνό αλάτι από τις κολύμπες της Γραμπούσας και του Μπάλου ή ασκρολύμπους, και άγριο σταμναγκάθι από του Γαλανού τον κάμπο και του Μέρη το πηγάδι κι άλλοτε αγριαγκινάρες από τον γέρο Σχίνο.

Πότε – πότε, φύτευε θερμοκήπιο ή καλλιεργούσε πατάτες, κρεμμύδια και κοκάρι και άλλοτε έκανε τον έμπορο, τον κτηνοτρόφο, τον τσαμπάση.
Ό,τι φανταστεί ο νους του ανθρώπου.

Το παρατσούκλι «τραβάγιας» το απέκτησε από την ιδιότητα του να κάνει πάντα αισθητή την παρουσία του με φασαρία, με τραβάγια (θόρυβο) και δημιουργία επεισοδίων.

Τελευταία, αγόρασε ένα φορτηγάκι αγροτικό αυτοκίνητο, Κύριος οίδε πως απέκτησε δίπλωμα οδήγησης.
Έτρεχε σαν οδηγός αγώνων ταχύτητας, αγνοώντας κάθε περιορισμό και κανονισμό κυκλοφορίας.

Σε λίγες ημέρες το αυτοκίνητο είχε αλλάξει όψη και δεν υπήρχε τετραγωνικό εκατοστό της επιφάνειας του, το οποίο να μην φέρει σημάδια της βίαιης επαφής του, πότε με τους στύλους της ΔΕΗ, πότε του ΟΤΕ, μάντρες, τοίχους, δέτες και όπου ήθελε κανείς φανταστεί.
Τα φανάρια έχασκαν, τα φτερά αιωρούνταν σαν ράκη, η καρότσα του είχε σχήμα ασύμμετρου πολύγωνου.
Το «πολύπαθο» όχημα και μόνο με την εμφάνισή του προκαλούσε κύματα γέλιου, όταν ήταν σταθμευμένο, αλλά και αισθήματα πανικού όταν βρισκόταν σε κίνηση και γινόταν αντιληπτός ο οδηγός του.

Η συνάντηση των άλλων οδηγών με τον εποχούμενο Φώτη ήταν μια δοκιμασία και απαιτούσε τεταμένη προσοχή για να μην προκληθεί τραγωδία. Η πρωτερότης όπως έλεγε ο Φώτης, ήταν πάντοτε δική του.
Η είσοδος στον εθνικό δρόμο από απίθανα παράστρατα, ήταν μια λεπτομέρεια ανεξάρτητη, κατά τον Φώτη, από το αν το άλλο όχημα κινείτο επί του κυρίου δρόμου.

– Ντα δεν σε βάζει μωρέ ατζαμή τόσοσές δρόμος; έλεγε στον άτυχο οδηγό ο οποίος μόλις και μετά βίας και σανιδώνοντας το φρένο, κατάφερνε να αποφύγει τη σύγκρουση με τον μεγαλοπρεπώς και αμερίμνως εισβάλλοντα στον εθνικό δρόμο, Φώτη.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν δεχόντουσαν πλέον να ασφαλίσουν τον Φώτη, διότι κάθε τρεις και πέντε δέχονταν την επίσκεψή του για να τους πληροφορήσει:

– Τράκαρα λέω πάλι συντεκνάκια
Πάλι Φώτη;
Ντα δεν σταματά λέω το αυτοκίνητο σαν την φοράδα!…
Φρέναρες καθόλου Φώτη;
Πάτησα μωρέ ένα πετάλι, μα πια παρά πως δεν ήτανε το φρένο
Ντα δεν μου λες αριστερά ή δεξιά είναι το πετάλι του φρένου;
Στην μέση.
Στην μέση;…
Ε, μπάτιρέ το πώς επάτησα το δεξί πετάλι.

Το άτιμο το τροχοφόρο όμως δεν σταματούσε τις αταξίες του και να ξανά ο Φώτης στην Ασφαλιστική Εταιρεία.

Συντεκνάκι, εφίλησα λέω τον μπροστινό μου.
Ποιον φίλησες σύντεκνε;
Ένα βούι μωρέ σύντεκνε. Ήτανε μπροστά μου με την κούρσα του. Δεν επαραμέριζε όμως ο σκύλος να περάσω, παρά πήγαινε σαν την κουρκούτσα με την αναπαή του.
Και γιατί σύντεκνε δεν παραμέριζες εσύ;
Εντάλωνέ με μωρέ σύντεκνε ο ήλιος.

Πότε επειδή τον «εντάλωνε» ο ήλιος, πότε επειδή «τόσοσες δρόμος» δεν χωρούσε τους άλλους, ο Φώτης προξενούσε συνεχή ατυχήματα με αποτέλεσμα να κολλήσουν στο φορτηγάκι το παρατσούκλι «το κακό συναπάντημα».

Ο Φώτης ο τραβάγιας, στην περιοχή γύρω από το χωριό του, δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα με τα όργανα της τροχαίας, που εξαντλούσαν όλη την αυστηρότητά τους στο να του απευθύνουν συστάσεις για συμμόρφωση.

Ήταν αδύνατο για όποιον γνώριζε τον Φώτη, να μείνει αυστηρός απέναντί του, διότι αυτός με απίθανες απαντήσεις, ιστορίες και «νάκλια» που εμπνεόταν αυτόματα για κάθε περίπτωση, τον έκανε να ξεκαρδίζεται στα γέλια οπότε όλη η απαιτούμενη αυστηρότητα του «οργάνου» πήγαινε περίπατο.

Παραμονές Χριστουγέννων ο Φώτης φορτώνει μέχρι τον ουρανό το «κακό συναπάντημα» με πλεξάνες κρεμμύδια και ξεκινά για την λαϊκή αγορά στη χώρα.
Με το αυτοκίνητο να αναστενάζει από το υπερβολικό βάρος και να ταλαντεύεται σαν ακυβέρνητο σκάφος σε τρικυμία, ο Φώτης εγκαταλείπει τα…πάτρια εδάφη κατευθυνόμενος προς την πολιτεία.
Σε λίγα χιλιόμετρα, τον σταματά ένας τροχονόμος ο οποίος αγνοούσε την προσωπικότητα του Φώτη.

Μπάρμπα, ξεθέωσες το αυτοκίνητο στο φόρτωμα.
Και συ το ψυχοπονέθηκες συντεκνάκι; απορεί μισοειρωνικά ο Φώτης.
Απαγορεύεται μπάρμπα, είσαι υπέρβαρος.
Ήντα ΄μαι;
Υπέρβαρος μπάρμπα.
Όϊ δα; Μεσογειανός είμαι. Γιάε συντεκνάκι, τα κρομμύδια βιάζονται λεω!
Εγώ λεω μπάρμπα ότι πρέπει να μου δώσεις τα χαρτιά σου.

Του δίνει τα χαρτιά του ο Φώτης, ο αστυφύλακας γράφει στο μπλοκάκι, κοιτάζει μια τον Φώτη, μια το αυτοκίνητο, μια τα χαρτιά. Ο Φώτης άρχισε να αδημονεί και να δυσανασχετεί.

Συντεκνάκι, κατέεις ότι θα χάσω το παζάρι λέω; Άσε με να χαρείς τα μάθια σου και στον γυρισμό τα λέμε.

Ο τροχονόμος κατάλαβε ότι είχε να κάνει με πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση και άρχισε να κάνει λεπτομερή έλεγχο στον Φώτη. Όπως καταλαβαίνετε οι παραβάσεις καταγράφονταν η μια μετά την άλλη και η αδημονία του Φώτη που διέβλεπε ότι θα χάσει την γόνιμη ώρα του παζαριού, μεγάλωνε.

Συντεκνάκι, λεει στο όργανο της τροχαίας, εσύ έχεις ώρα να ξαργείς, αλλά τα κρομμύδια βιάζονται. Άφες με να χαρείς και χάνω το παζάρι.

Ο τροχονόμος έδωσε την μεγαλόπρεπη κλήση στον Φώτη, του αφαίρεσε το δίπλωμα και του είπε να παραμερίσει και να ξεφορτώσει το αυτοκίνητο. Ο Φώτης οργισμένος, συγχυσμένος και ανήσυχος που χάνει το παζάρι, επιβιβάζεται στο κακό συναπάντημα και ώχετο απιών και…ψάλλων. Για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο, θυμάται τους αγωνιστικούς τίτλους του στην ταχύτητα και σανιδώνει το γκάζι για να προλάβει. Δεν είχε αποτελειώσει τους ψαλμούς του και να, δεύτερος τροχονόμος από ένα πολυπρόσωπο συνεργείο της Τροχαίας τον σταματά λίγο πριν τα Χανιά.

Συντεκνάκια, λεει ο Φώτης, ξάργουτου το κάνετε, να μην πουλήσω τα κρομμύδια σήμερα; Ο προηγούμενος τροχαίος μόνο στεφανοχάρτι δεν μου ζήτησε. Ήντα θέλεις ελόγου σου;
Άδεια, δίπλωμα απαντά ψυχρά ο τροχονόμος.
Διάλε κι ήθελε να έχω μια ντουζίνα να σας τα μοιράζω! θαυμάζει ο Φώτης. Να σου φορτώσω μια πλεξάνα κρομμύδια στην καπούλα της μηχανής σου; λέει πονηρά με το γνωστό και απρόβλεπτο χιούμορ του, το οποίο όμως δεν έγινε κατανοητό από τον τροχαίο, με αποτέλεσμα ο Φώτης να εισπράξει εκτός των άλλων και μια κατηγορία περί απόπειρας δωροδοκίας.

Το όργανο φωνάζει τον επικεφαλής του συνεργείου και του παραδίδει τον Φώτη.

Πατήσατε και την διπλή διαχωριστική γραμμή του λέει αυτός μόλις τον πλησίασε και ενώ το «κακό συναπάντημα» είχε σταματήσει καταμεσής του δρόμου.
Ε και; Εξετσηλάκωσά την ε ; απαντά ο Φώτης, ο οποίος ουδέποτε μπόρεσε να καταλάβει γιατί η διαχωριστική γραμμή ήταν αλλού διπλή, αλλού απλή και αλλού διακεκομμένη.
Πάρτε το αυτοκίνητο στην άκρη, λέει ο αξιωματικός, ο οποίος έβλεπε να συσσωρεύονται αυτοκίνητα όπισθεν του αυτοκινήτου του Φώτη.

Προσπαθεί ο Φώτης να παραμερίσει το αυτοκίνητο, αλλά το «κακό συναπάντημα» πεισμωμένο περισσότερο από το αφεντικό του αρνιόταν να κινηθεί.
Προσπαθεί ο Φώτης, ξαναπροσπαθεί αλλά τίποτα.

Συντεκνάκια, λέει στους τροχαίους, ελάτε να αμπώξετε γιατί το αυτοκίνητο εμουλάρωσε.
Τι να κάνουν οι αστυφύλακες, έβλεπαν τα αυτοκίνητα να συσσωρεύονται πίσω από το «κακό συναπάντημα» το οποίο για μια ακόμη φορά επιβεβαίωνε το όνομά του, αρχίζουν να σπρώχνουν.
Ο Φώτης εκδικούμενος, όσο έσπρωχναν αυτοί, τόσο πάταγε φρένο αυτός.

Αμπώθετε σύντεκνοι, Αμπώθετε. Νηστικοί είσαστε; Αμπώθετε.
Μετά κόπων και βασάνων παραμερίζουν το «κακό συναπάντημα» και ο Φώτης καλείται για τα περαιτέρω. Κατά την διαδικασία καταγραφής των παραβάσεων, ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε; Η αγανάκτηση του Φώτη τον οδήγησε σε υπερβολές που ανάγκασαν τους τροχονόμους να του ανακοινώσουν ότι θα τον προσαγάγουν στο τμήμα.
Αυτομάτως ο ταλαντούχος μυθοπλάστης Φώτης με την απίστευτη ευκολία προσαρμογής στις δύσκολες καταστάσεις, πότε με ξεκαρδιστικές φραστικές επιθέσεις, πότε με ψευδή περιγραφή συμφορών που τον κατατρύχουν, αλλά κυρίως με το ταλέντο του «τσαμπάση» και του άξιου «να πωλεί φύκια για μεταξωτές κορδέλες» κατάφερε να αναγκάσει τους τροχονόμους να τον συμπονέσουν.
Αυτό θα ήταν το λιγότερο. Κατάφερε ο αθεόφοβος να τους πείσει, να ρυμουλκήσουν με το περιπολικό και να μεταφέρουν τα κρεμμύδια στο τμήμα, για να μην του τα κλέψουν, αν τα άφηνε στην άκρη του δρόμου. Εκεί με την ευστροφία του στο ψέμα, με το ταλέντο του να πείθει, όχι μόνο κατάφερε να «σβήσει» τις κλήσεις από τις παραβάσεις του, αλλά ταυτόχρονα πούλησε στους αστυφύλακες πλεξάνα- πλεξάνα όλα τα κρεμμύδια.

Βραδιασμένα και αφού έκανε το προσωπικό να κρατά το στομάχι του από τα γέλια, με διάφορες ιστορίες και νάκλια και αφού του επιδιόρθωσαν και το «κακό συναπάντημα», τους αποχαιρέτησε.

Συντεκνάκια, εγώ το φχαριστήθηκα. Θα ‘ρχουμε τακτικά, διαβεβαίωσε τους άνδρες, που σκούπιζαν τα δάκρυα από τα γέλια ή από τα κρεμμύδια που ευωδίαζαν μέσα στο αστυνομικό τμήμα.

Μοιραστείτε την είδηση