«Είχαμε μείνει σκελετοί, τρώγαμε μικρές κουταλιές σούπας για να μην πεθάνουμε» | Άουσβιτς…

Ο Βίκτορ Χασσόν, Ροδίτης – Εβραίος στην καταγωγή είναι από τους τελευταίους επιζώντες της Ρόδοτου Ολοκαυτώματος. Ο ίδιος διηγείται 75 χρονιά μετά τις κακουχίες και τις εξαθλιώσεις που βίωσε κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τόσο ο ίδιος όσο και οι συντοπίτες του.
Μια ομάδα Εβραίων Ροδιτών που διασώθηκαν από το Άουσβιτς φωτογραφίζονται στην Ιταλία μετά το τέλος του πολέμου. Δεύτερος από αριστερά ο Βίκτορ Χασσόν (φωτό από το αρχείο του Γ. Ζαχαριάδη)

«Ηταν καλοκαίρι του 1944 και στη Ρόδο άρχισαν οι υποψίες ότι κάτι κακό θα μας έβρισκε» λέει ο Βίκτορ. «Ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο Ρουμπέν, μαζί μ’ έναν μουσουλμάνο και δύο Ιταλούς αξιωματικούς κατόρθωσαν να δραπετεύσουν με μια βάρκα και να φτάσουν στα τουρκικά παράλια. Από εκεί πήγε στην Αίγυπτο και κατετάγη στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό».

Όσο για την υπόλοιπη οικογένεια, ορισμένα αδέρφια του κατάφεραν να φυγαδευτούν στην Αμερική όπου είχαν συγγενείς εκεί, ενώ οι Γερμανοί πήραν τη μητέρα, τη γιαγιά, τον ίδιο και την αδελφή του την Έλσα μεταφέροντας τους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Σ’ ένα στρατόπεδο που αιχμαλωτίστηκαν περισσότεροι από 1,3 εκατομμύρια άνθρωποι, εκ των οποίων τουλάχιστον 1,1 εκατομμύρια εξοντώθηκαν!

Αναφέρει μεταξύ άλλων ο 92χρονος Βίκτορ Χασσόν, το λυτρωτικό τέλος του μαρτυρίου του:

«Βλέπω μια μέρα, δεν είχε κανένα φύλακα. Λέμε, το κάνουν επίτηδες για να κάνουμε πως φεύγουμε και να μας σκοτώσουν. Την ερχόμενη μέρα το πρωί όποιος μπορούσε να περπατήσει έφευγε. Την κοπανούσαμε χωρίς να ξέρουμε πού πάνε, χωρίς να ξέρουμε τι είναι εκεί.

Είδαμε τους Αμερικάνους που φτάσανε. Σκελετοί όπως ήμασταν μας βάλανε πάνω στα χόρτα, κι άρχισαν να μας δίνουν σιγά-σιγά τροφή γιατί αν τρώγαμε αμέσως θα πεθαίναμε. Ήτανε κρύο να πουντιάσεις, κι εμείς γυμνοί, όλα τα μέλη μας παγωμένα. Μας δώσανε ρούχα. Από έναν Γερμανό της Βέρμαχτ που ήταν στα χέρια των Αμερικανών, πήρα τα άρβυλά του, μικρό το πόδι το δικό μου, αλλά μου φάνηκαν πολύ άνετα. Τα φόραγα για χρόνια μετά…

Οι Αμερικάνοι με ρώτησαν πού θέλω να πάω. Τους είπα στην Ιταλία γιατί νόμιζα ότι από εκεί θα έφτανα γρήγορα πίσω στη Ρόδο. Κι όμως, στη Ρόδο γύρισα πρώτη φορά 20 χρόνια μετά, κι από τότε εδώ και 55 χρόνια έρχομαι κάθε χρόνο, για ένα μήνα για διακοπές μαζί με τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου, τα δισέγγονά μου».

Ο Βίκτορ Χασσόν είναι ένας από τους τρεις τελευταίους επιζώντες Εβραίους της Ρόδου που υπέστη απίστευτα βασανιστήρια, αλλά κατόρθωσε να γλιτώσει και σήμερα θυμάται και πάλι, 75 χρόνια μετά τον ξεριζωμό των ομοθρήσκων του.

Ρωτώντας τον κ. Χασσόν εάν ξέχασε ποτέ όλα αυτά που βίωσε τότε, εκείνος απάντησε:

«Εκείνα τα χρόνια δε θέλω να τα θυμάμαι, αλλά τα ζω σαν να ‘ναι σήμερα. Όλο τον κόσμο το γύρισα από τότε, τις ηπείρους όλους, στη Ρόδο έρχομαι με το σκάφος μου, στις Βρυξέλλες ζω, κι έκανα πολλά λεφτά στη ζωή μου… Αλλά δεν πήγα παρά πέρα, εγώ ζω ακόμα εκεί μέσα».

Βίκτορ Χασσόν
Μοιραστείτε την είδηση