Διεθνήνέαπρωτοσέλιδο Α

11 Σεπτεμβρίου 2001 | πώς ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» άλλαξε την παγκόσμια τάξη

Πριν από 25 χρόνια, η κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων δεν συγκλόνισε μόνο την Αμερική. Έμοιαζε να σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους μιλούσε για «έναν διαφορετικό κόσμο», ενώ κορυφαίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι επαναλάμβαναν ότι πλέον υπήρχε μια ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή: πριν και μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Η εκτίμηση αυτή αποδείχθηκε σωστή, αλλά με μια κρίσιμη διαφοροποίηση. Η ίδια η τρομοκρατική επίθεση ήταν μια ιστορική τραγωδία. Αυτό που μεταμόρφωσε, όμως, σε βάθος την παγκόσμια τάξη ήταν κυρίως η αμερικανική αντίδραση, σύμφωνα με την Wall Street Journal.

Η Ουάσιγκτον απάντησε με έναν παγκόσμιο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», ο οποίος σύντομα εξελίχθηκε σε δύο μεγάλους πολέμους, στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Ο δεύτερος, μάλιστα, αφορούσε μια χώρα που δεν είχε σχέση με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Η στρατιωτική, πολιτική και οικονομική δέσμευση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία αποδείχθηκε τόσο μεγάλη, ώστε σταδιακά περιόρισε την ικανότητα της Ουάσιγκτον να αντιμετωπίσει άλλες, πιο μακροπρόθεσμες γεωπολιτικές αλλαγές.

Και στο μεταξύ, δύο δυνάμεις ανέβαιναν: η Κίνα και η Ρωσία.

Η Αμερική έχασε την ευκαιρία της Ασίας

Την παραμονή της 11ης Σεπτεμβρίου, οι ΗΠΑ βρίσκονταν στην κορυφή της διεθνούς ισχύος. Είχαν κερδίσει τον Ψυχρό Πόλεμο, διέθεταν τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο και αντιμετώπιζαν το μέλλον με μεγάλη αυτοπεποίθηση.

Η στρατηγική της Ουάσιγκτον βασιζόταν τότε στην πεποίθηση ότι η οικονομική ενσωμάτωση θα μπορούσε να μεταμορφώσει πολιτικά χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία. Η ένταξη της Κίνας στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα θεωρούνταν εργαλείο εκσυγχρονισμού, ενώ η Ρωσία αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως δυνητικός εταίρος παρά ως μελλοντικός αντίπαλος.

Οι προειδοποιήσεις, ωστόσο, υπήρχαν. Ο πολιτικός επιστήμονας Τζον Μιρσχάιμερ υποστήριζε ήδη το 2001 ότι η οικονομική άνοδος της Κίνας θα μεταφραζόταν αργά ή γρήγορα σε στρατιωτική ισχύ και γεωπολιτική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι είχε επίσης προειδοποιήσει για τον κίνδυνο εμφάνισης μιας ευρασιατικής δύναμης ικανής να αμφισβητήσει την αμερικανική κυριαρχία.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όμως, αυτές οι στρατηγικές ανησυχίες πέρασαν σε δεύτερο πλάνο.

Ο πρώην διευθυντής της CIA Γουίλιαμ Μπερνς έχει περιγράψει εκ των υστέρων αυτή την περίοδο ως μια κατάσταση στην οποία οι ΗΠΑ «παρασύρονταν» διαρκώς στις κρίσεις και τα προβλήματα της Μέσης Ανατολής. Το ερώτημα, όπως το έθεσε, είναι τι θα είχε συμβεί εάν ένα μεγαλύτερο μέρος των αμερικανικών πόρων και της προσοχής είχε κατευθυνθεί στην Ασία.

Η Ρωσία και η Κίνα, όπως είχε επισημάνει ο Ρόμπερτ Κέιγκαν, είχαν κάθε λόγο να καλωσορίζουν αυτή την αμερικανική στρατηγική επιλογή.

Η μεγάλη γεωπολιτική αλλαγή έγινε ενώ οι ΗΠΑ πολεμούσαν

Η πιο χαρακτηριστική ημερομηνία είναι ίσως η 11η Δεκεμβρίου 2001.

Την ίδια περίοδο που αμερικανικά αεροσκάφη βομβάρδιζαν θέσεις της Αλ Κάιντα στο Αφγανιστάν, η Κίνα γινόταν επίσημα μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

Η ένταξη άνοιξε ακόμη περισσότερο τις διεθνείς αγορές στην κινεζική παραγωγή. Πολυεθνικές επιχειρήσεις μετέφεραν εργοστάσια και παραγωγικές δραστηριότητες στην Κίνα, αναζητώντας χαμηλότερο κόστος. Οι κινεζικές εξαγωγές εκτοξεύθηκαν: από περίπου 266 δισ. δολάρια το 2001 σε 3,58 τρισ. δολάρια το 2024, ενώ το μερίδιο της χώρας στις παγκόσμιες εξαγωγές αυξήθηκε από περίπου 4% σε 15%.

Αυτό που ακολούθησε έγινε γνωστό ως «China Shock». Η Κίνα δεν έγινε απλώς το εργοστάσιο του κόσμου. Συσσώρευσε τεχνογνωσία, κεφάλαιο και βιομηχανική ισχύ, τα οποία στη συνέχεια μετατράπηκαν σε στρατηγική και στρατιωτική επιρροή.

Η αλλαγή ήταν εμφανής και στη Νότια Σινική Θάλασσα, όπου το Πεκίνο δημιούργησε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ενίσχυσε την παρουσία του. Παράλληλα, απέκτησε αεροπλανοφόρα και ανέπτυξε τις στρατιωτικές του δυνατότητες.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η Κίνα θα αναπτυσσόταν χωρίς την 11η Σεπτεμβρίου. Πιθανότατα θα το έκανε. Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα και με πόσο μικρό κόστος για το Πεκίνο θα μπορούσε να συμβεί.

Η Ρωσία, η Κίνα και η επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων

Η ίδια περίοδος αποδείχθηκε κρίσιμη και για τη Ρωσία.

Η Μόσχα εισέβαλε στη Γεωργία το 2008, προσάρτησε την Κριμαία το 2014 και τελικά εξαπέλυσε πλήρη εισβολή στην Ουκρανία. Οι δυτικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν αρχικά τις κινήσεις αυτές με περιορισμένη αντίδραση, αποτυγχάνοντας, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, να αποτρέψουν την περαιτέρω ρωσική επιθετικότητα.

Ο πρώην διοικητής του αμερικανικού στρατού στην Ευρώπη Μπεν Χότζες έχει χαρακτηρίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχημένης αποτροπής.

Η αμερικανική προσοχή άρχισε τελικά να επιστρέφει στην Ασία. Η κυβέρνηση Μπαράκ Ομπάμα ανακοίνωσε το λεγόμενο «Pivot to Asia» και προώθησε τη συμφωνία Trans-Pacific Partnership, η οποία θα δημιουργούσε ένα μεγάλο εμπορικό μπλοκ στον Ειρηνικό χωρίς την Κίνα. Όμως η αμερικανική πολιτική και κοινωνική αντίδραση κατά της παγκοσμιοποίησης δεν επέτρεψε στις ΗΠΑ να ολοκληρώσουν αυτή τη στρατηγική.

Οι κυβερνήσεις Τραμπ και Μπάιντεν προχώρησαν αργότερα σε δασμούς, περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων τεχνολογιών και κυρώσεις σε κινεζικές εταιρείες. Μέχρι τότε, όμως, η Κίνα είχε ήδη δημιουργήσει ένα τεράστιο βιομηχανικό οικοσύστημα και μια οικονομία αρκετά ισχυρή ώστε να αντέχει σημαντικό μέρος των δυτικών περιορισμών.

Από την παγκοσμιοποίηση στο «America First»

Η άνοδος της Κίνας είχε και μια δεύτερη, βαθύτερη συνέπεια: έπληξε την πολιτική νομιμοποίηση της παγκοσμιοποίησης στις ίδιες τις ΗΠΑ.

Οι απώλειες θέσεων εργασίας στη μεταποίηση, η μεταφορά παραγωγής στο εξωτερικό, η οικονομική κρίση του 2008 και οι συνέπειες των πολέμων δημιούργησαν ένα ισχυρό αίσθημα απογοήτευσης απέναντι στην Ουάσιγκτον και στο διεθνές οικονομικό σύστημα.

Σύμφωνα με στοιχεία της Pew Research που επικαλείται η Wall Street Journal, μόλις 17% των Αμερικανών δήλωναν το 2025 ότι εμπιστεύονται την κυβέρνηση να κάνει το σωστό.

Σε αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκε το «America First» του Ντόναλντ Τραμπ: μια πολιτική που αμφισβητεί μέρος της μεταπολεμικής πολυμερούς τάξης, από το ΝΑΤΟ και τις συμμαχίες μέχρι τον ΠΟΕ.

Έτσι, 25 χρόνια μετά, η 11η Σεπτεμβρίου μπορεί να ιδωθεί όχι ως η μοναδική αιτία της σημερινής παγκόσμιας τάξης, αλλά ως ένας καταλύτης. Οι μεγάλες δυνάμεις, η παγκοσμιοποίηση και η άνοδος της Κίνας είχαν ήδη αρχίσει να μετασχηματίζουν τον κόσμο. Η αμερικανική επιλογή να αφιερώσει τεράστιους πόρους στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» επηρέασε όμως την ταχύτητα και τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι αλλαγές εκδηλώθηκαν.

Η ιστορία της 11ης Σεπτεμβρίου, επομένως, δεν είναι μόνο ιστορία μιας τρομοκρατικής επίθεσης. Είναι και ιστορία στρατηγικών επιλογών, χαμένων ευκαιριών και απρόβλεπτων συνεπειών. Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό μάθημα της τελευταίας 25ετίας: οι παγκόσμιες ισορροπίες δεν αλλάζουν μόνο από αυτά που κάνουν οι μεγάλες δυνάμεις, αλλά και από αυτά που επιλέγουν να μην κάνουν

ot.gr
Ευθύμιος Τσιλιόπουλος

Μοιραστείτε την είδηση

Χρηστάλλα Κακαβελάκη

biskotto.gr