Αύξηση επιτοκίων | πώς επηρεάζονται δανειολήπτες και καταθέτες
Αντιμέτωπα με αυξήσεις στο κόστος δανεισμού βρίσκονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις, μετά τη χθεσινή νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ, που ανέβασε το βασικό επιτόκιο του ευρώ στο 2,50%.
Η αύξηση στο κόστος χρήματος αναμένεται, μάλιστα, να έχει συνέχεια μέσα στη χρονιά, οδηγώντας στον επανασχεδιασμό ή και στο «πάγωμα» επενδυτικών κινήσεων από τις επιχειρήσεις, ενώ μπορεί να αναστείλει και αποφάσεις νοικοκυριών για λήψη δανείων. Στον αντίποδα, η αύξηση των επιτοκίων θα επηρεάσει θετικά τις αποδόσεις των καταθέσεων, των επενδυτικών προϊόντων χαμηλού ρίσκου και των έντοκων γραμματίων.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε χθες τα επιτόκια κατά 0,25 της μονάδος, μετά την αντίστοιχη αύξηση που είχε κάνει τον Ιούνιο, και πλέον το επιτόκιο (διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων) που αποτελεί τη βάση για τη διαμόρφωση του Euribor, στο οποίο τιμολογούνται τα δάνεια και οι καταθέσεις, αυξήθηκε στο 2,50%. Η ΕΚΤ είχε ανεβάσει το επιτόκιο του ευρώ στο 2,25%, από 2%, στις 17 Ιουνίου, ύστερα από έναν χρόνο στασιμότητας (στις 11 Ιουνίου 2025, το επιτόκιο του ευρώ είχε υποχωρήσει στο 2%), ενώ με τη χθεσινή αύξηση το βασικό επιτόκιο διαμορφώνεται στο 2,50%, επίπεδο στο οποίο βρισκόταν στις 12 Μαρτίου του 2025.
Δανειολήπτες και καταθέτες, πάντως, θα δουν ακόμη υψηλότερα επιτόκια μέχρι το τέλος του έτους, πιθανόν μέχρι και στο 3%. Στην εκτίμηση αυτήν καταλήγουν οι αναλυτές, μετά τις νέες προβλέψεις που έδωσε χθες η Κριστίν Λαγκάρντ για πληθωρισμό και ανάπτυξη. Ειδικότερα, η επικεφαλής της ΕΚΤ άφησε μεν αμετάβλητη την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό του 2026 στο 3%, αύξησε όμως την πρόβλεψη για τον μέσο πληθωρισμό του 2027 από 2,5% σε 2,6%, βλέποντας αποκλιμάκωση στο 2,1% (πλησίον του στόχου του 2% που αποτελεί πυξίδα για την ΕΚΤ) το 2028.
Την ίδια στιγμή, οι προβλέψεις της ΕΚΤ για την ανάπτυξη φέτος αναθεωρούνται ανοδικά στο 0,9% από 0,8% προηγουμένως. Ένας συνδυασμός προβλέψεων που σημαίνει ότι η ΕΚΤ έχει λιγότερους ενδοιασμούς να αυξήσει τα επιτόκια για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, καθώς τα σημάδια δείχνουν ότι η ανάπτυξη της Ευρωζώνης δεν κινδυνεύει. Στο πλαίσιο αυτό, προεξοφλείται από τις αγορές ακόμη μία αύξηση κατά 0,25 μ.β. στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ στις 29 Οκτωβρίου και πολύ πιθανόν ακόμη μία στη συνεδρίαση της 17ης Δεκεμβρίου, με την οποία το βασικό επιτόκιο του ευρώ θα ανέβει στο 3%, επίπεδο που είχαμε να δούμε από τις 18 Δεκεμβρίου του 2024.
Ακριβότερα τα δάνεια
Οι αυξήσεις των επιτοκίων επηρεάζουν άμεσα και το κόστος δανεισμού όσων έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο. Τα επιτόκια Euribor, στα οποία τιμολογούνται τα δάνεια βρίσκονται σήμερα στο 2,38% στον μήνα, 2,64% στο τρίμηνο και 2,81% στο εξάμηνο, έχοντας ενισχυθεί ήδη κατά 5 μ.β. από το τέλος Ιουλίου τον Αύγουστο και άλλες 12 μ.β. μέχρι στιγμής τον Σεπτέμβριο.
Η αύξηση περικλείει μέρος της εκτίμησης για την αύξηση επιτοκίων που έκανε χθες η ΕΚΤ, ενώ η τελική ανατίμηση θα φανεί την 1η Οκτωβρίου, οπότε ξεκινά η νέα τοκοφόρος περίοδος των δανείων. Η προοπτική περαιτέρω αύξησης του κόστους χρήματος αποτυπώνεται στα future του Euribor τριμήνου, τα οποία δείχνουν επιτόκιο 2,95% στο τέλος του έτους, δηλ. 30 μ.β. υψηλότερα από τα τρέχοντα επίπεδα του Euribor.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα νέα στεγαστικά δάνεια, όπου οι δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο θα δουν άμεσα αύξηση, ενώ μέχρι τώρα δανείζονταν για σπίτι με χαμηλότερο επιτόκιο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των νέων στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο ανερχόταν στο 3,53% στην Ελλάδα, έναντι 3,69% της Ευρωζώνης. Ενδεικτικά, στεγαστικό δάνειο 100.000 ευρώ, 20ετούς διάρκειας που τιμολογείται στη βάση του Euribor τριμήνου, θα δει κατόπιν της χθεσινής αύξησης επιτοκίων από την ΕΚΤ κατά 0,25 της μονάδος, υψηλότερη μηνιαία δόση κατά 12-15 ευρώ. Σημειώνεται, πάντως, ότι η πλειονότητα των νέων στεγαστικών δανείων χορηγείται με σταθερό επιτόκιο, το οποίο για τα δάνεια διάρκειας άνω των πέντε ετών ανερχόταν τον Ιούλιο σε 3,72%.
Ακριβότερα θα δανείζονται και οι μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες δανείζονται ήδη ακριβότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα νέα επιχειρηματικά δάνεια τακτής λήξης και κυμαινόμενου επιτοκίου είχαν τον Ιούλιο μέσο επιτόκιο 4,21%, ενώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις το επιτόκιο διαμορφωνόταν στο 4,45%. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση καταγράφεται στα μικρά δάνεια έως 250.000 ευρώ, όπου το μέσο κόστος δανεισμού στην Ελλάδα διαμορφωνόταν στο 5,07%, έναντι 3,83% στην Ευρωζώνη. Σημειώνεται ότι η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να φρενάρει αποφάσεις για την υλοποίηση επενδύσεων.
Υψηλότερο κόστος δανεισμού θα έχουν και τα καταναλωτικά δάνεια που χορηγούνται στην Ελλάδα, με μέσο επιτόκιο σχεδόν 3 μονάδες υψηλότερο αυτού της Ευρωζώνης (10,45%, έναντι 7,60%).
Αύξηση στις αποδόσεις των καταθετών
Η άνοδος των επιτοκίων αυξάνει από την άλλη πλευρά τις αποδόσεις που λαμβάνουν οι καταθέτες. Ωστόσο, οι αυξήσεις στα επιτόκια είναι μικρότερες και έρχονται με μεγαλύτερη καθυστέρηση, δεδομένου ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν περίσσεια ρευστότητας και δεν έχουν λόγο να πληρώσουν υψηλότερα επιτόκια για να αποκτήσουν καταθέσεις. Αυξήσεις στις αποδόσεις τους αναμένουν και όσοι έχουν τοποθετηθεί στα προϊόντα χαμηλού κινδύνου των τραπεζών, ενώ ωφελημένοι θα είναι και όσοι αγοράζουν έντοκα γραμμάτια, κάτι που αναμένεται να αποτυπωθεί στην επόμενη έκδοση τρίμηνων εντόκων γραμματίων, που θα πραγματοποιήσει ο ΟΔΔΗΧ στις 7 Οκτωβρίου.
Η τελευταία έκδοση εντόκων γραμματίων 13 εβδομάδων του Ελληνικού Δημοσίου διενεργήθηκε την Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026, με ημερομηνία διακανονισμού την Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026, και η μεσοσταθμική απόδοση διαμορφώθηκε σε 2,20%. Στις 31 Ιουλίου το Euribor 3μήνου βρισκόταν στο 2,48%, ενώ κινήθηκε ανοδικά στο 2,59% στις 31 Αυγούστου και σήμερα βρίσκεται περαιτέρω ενισχυμένο στο 2,64%.
Σημειώνεται ότι οι αυξήσεις επιτοκίων δεν επηρεάζουν τόσο τις αποδόσεις των ομολόγων που είναι πιο μακροπρόθεσμα, καθώς σε αυτά γίνεται συνήθως hedging για την αντιστάθμιση του κινδύνου επιτοκίου.
Πηγή: powergame.gr
Νένα Μαλλιάρα

