«Θερμό» φθινόπωρο στο Αιγαίο | σενάρια κλιμάκωσης
Για ένα φθινόπωρο αυξημένης έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και κυρίως πάνω από το Αιγαίο προετοιμάζεται η Αθήνα, καθώς οι τελευταίες κινήσεις της Άγκυρας δείχνουν ότι η περίοδος των λεγόμενων «ήρεμων νερών» βρίσκεται πλέον σε οριακό σημείο.
Στο ΓΕΕΘΑ παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή την επιστροφή των τουρκικών μαχητικών σε πρακτικές που είχαν περιοριστεί σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια, δηλαδή σε μαζικές παραβιάσεις, πτήσεις οπλισμένων F-16 και ακόμη και εμπλοκές με ελληνικά μαχητικά κατά τη διαδικασία αναχαίτισης.
Η εικόνα των τελευταίων εβδομάδων δεν αντιμετωπίζεται ως μια σειρά αποσπασματικών περιστατικών. Αντίθετα, αξιολογείται σε συνδυασμό με μια σειρά γεωπολιτικών και στρατιωτικών εξελίξεων οι οποίες προκαλούν έντονο εκνευρισμό στην Άγκυρα.
Η επανεκκίνηση του σχεδιασμού για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, η ενίσχυση του στρατηγικού άξονα Αθήνας – Ιερουσαλήμ, η αντιπαράθεση Τουρκίας – Ισραήλ στη Συρία και η επιτάχυνση των ελληνικών εξοπλιστικών προγραμμάτων δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και στην Αθήνα εκτιμούν ότι η Τουρκία ενδέχεται να επιχειρήσει να απαντήσει σε αυτό το περιβάλλον με τον τρόπο που γνωρίζει καλύτερα που δεν είναι άλλος από τη στρατιωτική πίεση, με αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και ελεγχόμενη αύξηση της έντασης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τα οπλισμένα F-16 επέστρεψαν στο Αιγαίο
Τα στοιχεία των τελευταίων ημερών είναι ενδεικτικά. Στις 18 Αυγούστου η τουρκική αεροπορική δραστηριότητα εκτοξεύθηκε στις 25 παραβιάσεις του Εθνικού Εναέριου Χώρου και στις 14 παραβάσεις των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας στο FIR Αθηνών. Συνολικά επτά τουρκικά F-16, τέσσερα UAV και ένα CN-235 κινήθηκαν πάνω από το Αιγαίο, ενώ δύο από τα τουρκικά μαχητικά ήταν οπλισμένα. Κατά τη διαδικασία αναχαίτισης σημειώθηκε και εμπλοκή με ελληνικά μαχητικά.
Δεν επρόκειτο, όμως, για μεμονωμένο περιστατικό. Στις 6 Αυγούστου ένα ζεύγος οπλισμένων τουρκικών F-16 είχε επίσης πραγματοποιήσει παραβιάσεις, με μία από τις αναχαιτίσεις να εξελίσσεται σε εμπλοκή, ενώ μαζί με τα μαχητικά είχαν πετάξει ATR-72 και UAV.
Η ποιοτική διαφοροποίηση είναι αυτή που προβληματίζει περισσότερο το ελληνικό επιτελείο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η Άγκυρα είχε μεταφέρει σημαντικό μέρος της δραστηριότητας πάνω από το Αιγαίο στα UAV και στα αεροσκάφη συλλογής πληροφοριών και ηλεκτρονικού πολέμου, αποφεύγοντας την επιστροφή σε μαζικές εξόδους μαχητικών.
Τώρα τα F-16 επανέρχονται. Και μάλιστα οπλισμένα. Η Αθήνα δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να ακολουθήσει την Τουρκία σε έναν ανεξέλεγκτο κύκλο κλιμάκωσης.
Η εντολή, ωστόσο, παραμένει σαφής και αμετάβλητη. Κάθε παραβίαση αντιμετωπίζεται, κάθε τουρκικό αεροσκάφος αναγνωρίζεται και αναχαιτίζεται και η Πολεμική Αεροπορία διατηρεί την απαιτούμενη ετοιμότητα ώστε να απαντήσει άμεσα σε οποιαδήποτε αλλαγή των δεδομένων.
Η ηλεκτρική διασύνδεση και ο γαλλικός παράγοντας
Στην κορυφή των ζητημάτων που φαίνεται να προκαλούν έντονη δυσφορία στην Άγκυρα βρίσκεται ξανά η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου.
Η συμφωνία της 5ης Αυγούστου για την είσοδο του γαλλικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία Great Sea Interconnector και η παράλληλη συμφωνία ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans για τις θαλάσσιες έρευνες βυθού έδωσαν νέα δυναμική σε ένα έργο το οποίο η Τουρκία έχει ήδη επιχειρήσει στο παρελθόν να παρεμποδίσει.
Για την Αθήνα το ζήτημα δεν αφορά απλώς ένα ενεργειακό έργο. Αφορά το δικαίωμα Ελλάδας και Κύπρου να υλοποιούν ένα ευρωπαϊκό έργο χωρίς την ανάγκη τουρκικής έγκρισης και χωρίς η Άγκυρα να μπορεί, μέσω στρατιωτικής πίεσης, να επιβάλει τετελεσμένα.
Ταυτόχρονα, η ισχυρή πλέον γαλλική εμπλοκή προσδίδει διαφορετική γεωπολιτική διάσταση στο πρόγραμμα. Η Αθήνα γνωρίζει ότι μια νέα έξοδος ερευνητικών πλοίων στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να αποτελέσει σημείο τριβής και γι’ αυτό ο επιχειρησιακός σχεδιασμός εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα.
Η ενδεχόμενη παρουσία γαλλικών πολεμικών Μονάδων στην ευρύτερη περιοχή θα προσέθετε έναν ακόμη παράγοντα στην εξίσωση και θα καθιστούσε σαφές ότι το έργο δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνοτουρκική υπόθεση.
Ο άξονας Αθήνας – Ιερουσαλήμ ενοχλεί την Άγκυρα
Ο δεύτερος μεγάλος παράγοντας είναι η εντυπωσιακή ενίσχυση της στρατηγικής και στρατιωτικής συνεργασίας Ελλάδας – Ισραήλ.
Η επίσκεψη του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Στρατηγού Δημήτριου Χούπη, στο Ισραήλ και η συνάντησή του με τον Ισραηλινό ομόλογό του, Αντιστράτηγο Eyal Zamir, είχε ιδιαίτερη σημασία. Όπως τονίστηκε και από ελληνικής πλευράς, η επίσκεψη επιβεβαίωσε τη στρατηγική βαρύτητα της εδραιωμένης πλέον στρατιωτικής σχέσης των δύο κρατών και την πρόθεση περαιτέρω εμβάθυνσης της συνεργασίας.
Πρόκειται για σχέση η οποία δεν περιορίζεται πλέον σε κοινές ασκήσεις και συνεκπαιδεύσεις.
Η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε ένα εκτεταμένο πλέγμα συμφωνιών με την ισραηλινή αμυντική βιομηχανία. Τον Απρίλιο υπεγράφη η διακρατική συμφωνία για την απόκτηση των PULS, συνολικής αξίας περίπου 650 εκατ. ευρώ, με πυρομαχικά διαφορετικής εμβέλειας και πρόβλεψη βιομηχανικής συνεργασίας με ελληνικές εταιρείες.
Παράλληλα, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη το μεγάλο πρόγραμμα των SPIKE, το οποίο αφορά διαφορετικές εκδόσεις του ισραηλινού πυραυλικού συστήματος. SPIKE NLOS για τα Apache AH-64A, Naval SPIKE ER/NLOS για μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού και SPIKE NMT για χερσαίες μονάδες. Οι σχετικές διακρατικές συμφωνίες Ελλάδας – Ισραήλ έχουν υπογραφεί από το 2023, ενώ αναμένονται και τα αεροπορικά όπλα Rampage και Spice.
Τα όπλα αυτά πρόκειται σταδιακά να δημιουργήσουν ένα εκτεταμένο δίκτυο προσβολής στόχων σε μεγάλες αποστάσεις, από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τον Έβρο έως τα επιθετικά ελικόπτερα και τις μονάδες επιφανείας.
Ο «Θόλος» αλλάζει ακόμη περισσότερο τις ισορροπίες
Ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτά η επικείμενη συμφωνία για τον νέο αντιαεροπορικό και αντιβαλλιστικό «Θόλο».
Το ΚΥΣΕΑ έχει ήδη εγκρίνει το πρόγραμμα, το οποίο βασίζεται σε ισραηλινή τεχνολογία και προβλέπει ένα πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας με SPYDER, BARAK MX και David’s Sling, καθώς και νέα radar και σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Η συνολική επένδυση υπολογίζεται σε περισσότερα από 3 δισ. ευρώ, με σημαντική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Για την Τουρκία, συνεπώς, η ελληνοϊσραηλινή σχέση αποκτά ολοένα μεγαλύτερο στρατιωτικό βάθος. Και αυτό συμβαίνει ακριβώς τη στιγμή που Ισραήλ και Τουρκία βρίσκονται πλέον σε ανοιχτό γεωπολιτικό ανταγωνισμό στη Συρία.
Η ισραηλινή επίθεση στην αεροπορική βάση Abu al-Duhur στις 18 Αυγούστου έφερε αυτή την αντιπαράθεση στο προσκήνιο. Το Ισραήλ υποστήριξε ότι υπήρχε σχεδιασμός για ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων στη βάση, κάτι που η Άγκυρα αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι η στρατιωτική συνεργασία της με τη Συρία αφορά μεταξύ άλλων εκπαίδευση και παροχή τεχνογνωσίας.
Η κατάσταση θεωρήθηκε τόσο σοβαρή ώστε οι ΗΠΑ επιχειρούν πλέον να δημιουργήσουν μηχανισμό αποφυγής στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας. Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον η ακόμη στενότερη προσέγγιση Ελλάδας – Ισραήλ αποκτά ξεχωριστή σημασία για την Άγκυρα.
Η ελληνική εξοπλιστική «αντεπίθεση»
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη παράγοντας που επηρεάζει τις τουρκικές εκτιμήσεις και αφορά στην αλλαγή των στρατιωτικών συσχετισμών.
Η Ελλάδα βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη μεγαλύτερη διαδικασία ανανέωσης των Ενόπλων Δυνάμεων των τελευταίων δεκαετιών.
Οι νέες φρεγάτες FDI HN αλλάζουν σταδιακά την εικόνα του Στόλου, με τη δεύτερη ελληνική Belharra, τη φρεγάτα «ΝΕΑΡΧΟΣ», να ακολουθεί την «ΚΙΜΩΝ» και τις επόμενες μονάδες να βρίσκονται ήδη στην αλυσίδα ναυπήγησης και παράδοσης.
Στην Πολεμική Αεροπορία το πρόγραμμα Viper συνεχίζεται με υψηλό ρυθμό, ενώ η Αθήνα αναμένει το επόμενο κρίσιμο βήμα για τα 38 F-16 Block 50, τα οποία σχεδιάζεται να αναβαθμιστούν επίσης σε Viper. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος η ΠΑ θα μπορεί να διαθέτει συνολικά 121 F-16 Viper, δίπλα στα Rafale και αργότερα στα F-35.
Η διαφορά είναι ότι πλέον τα μεμονωμένα εξοπλιστικά προγράμματα αρχίζουν να συνδέονται μεταξύ τους. FDI, Rafale, Viper, F-35, PULS, SPIKE, νέος αντιαεροπορικός Θόλος, UAV Heron και νέα συστήματα διοίκησης και ελέγχου δημιουργούν σταδιακά ένα διαφορετικό επιχειρησιακό περιβάλλον.
Οι τουρκικές εκκρεμότητες και ο S-400
Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, η Άγκυρα εξακολουθεί να έχει σημαντικές δικές της εκκρεμότητες.
Το ζήτημα των ρωσικών S-400 εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό εμπόδιο για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες της τουρκικής κυβέρνησης να βρεθεί φόρμουλα με την Ουάσιγκτον, η υπόθεση παραμένει εξαιρετικά σύνθετη.
Παράλληλα, η Τουρκία επενδύει σημαντικά στο εγχώριο μαχητικό KAAN, όμως πρόκειται για ένα εξαιρετικά απαιτητικό πρόγραμμα το οποίο χρειάζεται χρόνο μέχρι να αποκτήσει πραγματική επιχειρησιακή ωριμότητα. Ταυτόχρονα, η Άγκυρα επιδιώκει την αναβάθμιση του υφιστάμενου στόλου των F-16 και την ενίσχυσή του με νέα αεροσκάφη.
Στην Αθήνα δεν υποτιμούν σε καμία περίπτωση τις τουρκικές δυνατότητες. Αντίθετα, θεωρούν ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει αριθμητικά ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, μεγάλη αμυντική βιομηχανία και σημαντική εμπειρία από πραγματικές επιχειρήσεις. Όμως η εικόνα που διαμορφώνεται για τα επόμενα χρόνια είναι σαφώς διαφορετική από αυτή της προηγούμενης δεκαετίας.
Το ΓΕΕΘΑ σε εγρήγορση – Χωρίς εφησυχασμό και χωρίς υπερβολές
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία δεν αντιμετωπίζει το επόμενο διάστημα με εφησυχασμό.
Η επιστροφή των τουρκικών F-16 στις παραβιάσεις, η εμφάνιση οπλισμένων μαχητικών, οι εμπλοκές, η συνεχής παρουσία UAV και αεροσκαφών ειδικών αποστολών αποτελούν στοιχεία τα οποία καταγράφονται και αναλύονται καθημερινά.
Στόχος της Αθήνας δεν είναι να οδηγηθεί σε μια νέα περίοδο έντασης. Αντίθετα, επιθυμεί να παραμείνουν ανοιχτοί οι πολιτικοί και διπλωματικοί δίαυλοι. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η περίοδος αποκλιμάκωσης θεωρείται δεδομένη.
Το ΓΕΕΘΑ προετοιμάζεται για όλα τα σενάρια, από μια σταδιακή αύξηση των παραβιάσεων και των τουρκικών ασκήσεων έως μια νέα κρίση με επίκεντρο ερευνητικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο. Και ειδικά η επανεκκίνηση των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση αποτελεί ένα από τα σημεία στα οποία στρέφεται το ενδιαφέρον.
Φθινόπωρο υψηλής έντασης
Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η Άγκυρα επιδιώκει απλώς να αυξήσει την πίεση ώστε να στείλει πολιτικά μηνύματα ή εάν έχει ήδη αποφασίσει μια συνολικότερη αλλαγή στάσης απέναντι στην Ελλάδα.
Οι πρώτες ενδείξεις προκαλούν έντονο προβληματισμό. Η επιστροφή των οπλισμένων F-16 στο Αιγαίο δεν είναι μια κίνηση χωρίς επιχειρησιακό και πολιτικό συμβολισμό. Όπως δεν είναι τυχαία η χρονική συγκυρία κατά την οποία καταγράφεται: ενώ επανέρχεται στο προσκήνιο το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου, η ελληνοϊσραηλινή στρατηγική συνεργασία αποκτά πρωτοφανές βάθος, το Ισραήλ και η Τουρκία συγκρούονται γεωπολιτικά στη Συρία και τα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα περνούν σταδιακά από τον σχεδιασμό στην επιχειρησιακή πραγματικότητα.
Η Αθήνα δεν θεωρεί προδιαγεγραμμένη μια νέα ελληνοτουρκική κρίση. Θεωρεί, όμως, ότι οι πιθανότητες έντασης έχουν αυξηθεί σημαντικά.
Γι’ αυτό και το ελληνικό επιτελείο μπαίνει στο φθινόπωρο με αυξημένη επιφυλακή, παρακολουθώντας κάθε τουρκική κίνηση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η περίοδος των «ήρεμων νερών» μπορεί να μην έχει τυπικά τελειώσει, όμως οι εικόνες οπλισμένων τουρκικών F-16 να επιστρέφουν στις παραβιάσεις και στις εμπλοκές δείχνουν ότι η Άγκυρα είναι πλέον έτοιμη να δοκιμάσει ξανά τα όριά τους. Και αυτή τη φορά η Αθήνα θέλει να είναι προετοιμασμένη πριν το πρώτο πραγματικά δύσκολο επεισόδιο και όχι αφού αυτό εκδηλωθεί.
onalert.gr

