Αρθρογραφίανέα

Πάψαμε να μιλάμε δυνατά οι λογικοί | απόψεις

Πότε αλήθεια έγινε αυτό; Ποιά μέρα, ποιά στιγμή αρχίσαμε να μιλάμε ψυθιριστά μεταξύ μας και δώσαμε το δικαίωμα να υψώνουν τη φωνή οι παράλογοι; Κι όχι μόνο το ανεχτήκαμε, αφήσαμε κιόλας να μας κουνάνε αυτοί το δάχτυλο και να φωνάζουν.

Βλέπεις, οι φωνές κι η δήθεν αγανάκτηση, πάντα δανείζουν μια αληθοφάνεια και μια εγκυρότητα στο παράλογο. Το παράλογο και το ψέμα αποκτά μια αληθοφάνεια στα αυτιά όλων, πρώτα απ όλα αυτών που το εκστομίζουν, αν του προσαρτήσεις την ανάλογη στο μέγεθος του ένταση.
Υποχωρήσαμε άτακτα και χωρίς όρια στο όνομα της διαλλακτικότητας, αφήνοντας το περιθώριο να αμφισβητήσουν τη λογική μας και την ορθότητα της.

Ποιοι;;; Αυτοί, που ότι ρετάλια λογικής διαθέτουν τα χουν βάλει στην υπηρεσία της δυσφήμησης όσων διαθέτουν νοημοσύνη και των δύο ειδών; Και το κατάπιαμε, γιατί όσοι διαθέτουμε πραγματική νοημοσύνη, κάνουμε το λάθος να πιστεύουμε πως η αλήθεια λάμπει από μόνη της, πως όλοι μπορούν να την ξεχωρίσουν. Ξεχνάμε όμως, πως η αλήθεια κι η αληθοφάνεια είναι αδερφές δίδυμες που μόνο όσοι τις ξέρουν καλά και οι παρατηρητικοί μπορούν να τις ξεχωρίσουν.

Και κάπως έτσι φτάσαμε να μας φορέσουν τα γυαλιά τους και να αρχίσουμε να βλέπουμε την αλήθεια με φακούς στρεβλούς, παραμορφωμένους, ώσπου σχεδόν αληθωρήσαμε, γιατί; για να μην προσβάλλουμε αυτούς που έπρεπε να στήσουμε μπρος σ ένα καθρέφτη όπως τους γέννησε η μάνα τους.
Αφήσαμε το θράσος να μασκαρεύεται σαν θάρρος, την αξιοπρέπεια και το ήθος να συγγενέψει με την ευτέλεια και τ’ ανήθικο, γιατί δε μας αρέσει η αντιπαράθεση, γιατί είμαστε ζώα ήμερα.

Και ξαναρωτώ:
Πότε να ταν που χάσαμε τα λογικά μας κι αφήσαμε το παράλογο να στρογγυλοκάτσει πάνω μας και να νομιμοποιηθεί, να αποκτήσει υπόσταση;

Ποια νύχτα άραγε χάθηκε ο κόσμος όπως τον ξέραμε κάτω απ τα πόδια μας και βρεθήκαμε ανάποδα σ ένα παράλληλο σύμπαν να φοράει ο θύτης φωτοστέφανο το δίκιο μας και να βρεθούμε θύματα με τ’ άδικο κουρέλια στην πλάτη μας;

Πότε δανείσαμε χωρίς να το καταλάβουμε την ηθική μας και την αξιοπρέπεια μας να την φορέσουν αυτοί που δεν έχουν καν δέρμα ανθρώπινο στην πλάτη τους για να περιφέρονται με την προβιά τους καλά κρυμμένη απ τα μάτια του κόσμου;

Μα τη μέρα που αρχίσαμε να μιλάμε ψιθυριστά μεταξύ μας.
Ένα μοναχά δεν κατάφεραν και δε θα θα καταφέρουν ποτέ: όσο καλά κι αν κρύβουν την καμπούρα τους, όσα δίκια κι αν κλέψουν, όσες αλήθειες κι αν στρεβλώσουν, τα χνάρια που θα αφήνουν πάντα πίσω τους τους δε θα ναι χνάρια ανθρώπινα.

Μοιραστείτε την είδηση

Έφη Ανδρουλάκη

Αρθρογράφος