Τριανταπεντάρης, μέτριο μπόι, γεροδεμένος, γήινος, με χέρια φαρδιά, δουλεμένα.

Το βήμα του σταθερό, οι κινήσεις του σβέλτες και σίγουρες. Μικρές ρυτίδες γύρω απ τα μάτια του, το σβέρκο ηλιοκαμένο, σβέρκο ανθρώπου που είναι εκτεθειμένος στα καπρίτσια του καιρού χειμώνα καλοκαίρι.

Δε θέλει δα και πολύ ευφυΐα να καταλάβεις πως μεγάλωνε και ψήλωνε μαζί με τα σπίτια που έχτιζε. 
Πιάσαμε την κουβέντα, τετριμμένα στην αρχή για τούτο και κείνο.

Τα Ελληνικά του πολύ καλά, τ’ όνομα του ακόμα Ελληνικότερο.
Σιγά σιγά με τις μέρες βάθυνε η συζήτηση. Με ρώταγε πως ήταν στη χώρα που ζούσα, πως μου φέρθηκαν οι ντόπιοι; Πώς ήταν για τους ξένους; Εκεί είναι αλλιώς τα πράγματα, απαντούσε μόνος του: υπάρχει νόμος, σύστημα, σεβασμός. Δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω βέβαια. Δεν είχε άδικο. 
Πέρασαν μέρες μ αυτά και μ αυτά. 
Ένα απόγευμα, σαν έπεφτε ο ήλιος και άρχισε να μαζεύει τα εργαλεία του αποκαμωμένος πια απ’ τη σκληρή δουλειά και τον ανελέητο αέρα που μας πολεμούσε όλη μέρα, τον πλησίασα.

Του είπα μισά αστεία, μισά σοβαρά πως του φαίνεται που αφήνει τα ίχνη του απ όπου περνάει σ αυτό το νησί, που πλάθει με τα χέρια του σπίτια όμορφα με ότι υλικά γεννά η γής μας.

Με κοίταξε πρόσωπο με πρόσωπο, ίσια στα μάτια κι ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα του. Όχι γιατί ντράπηκε: μα γιατί δεν θέλησε ίσως να δω την απογοήτευση και την πίκρα να ταξιδεύουν χέρι χέρι στις ανοιχτόχρωμες κόρες των ματιών του.
Πήρε μια ανάσα, με κοίταξε: Θέλω να φύγω απ αυτή τη χώρα μου λέει, κουράστηκα. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε σαν να ταν ογδόντα χρονών γέρος που δεν είχε τίποτα πια να περιμένει παρά το χρόνο να κάνει τη δουλειά του.
Μα γιατί επέμενα εγώ, αφού έχεις χρόνια εδώ, έχεις πιαστεί, έχεις φίλους σπίτι και δουλειά. Γιατί θες να ξεριζωθείς και να πας σε χώρες που δεν έχεις άκριες, μηδέ τη γλώσσα γνωρίζεις; 
Μου χαμογέλασε μα οι άκριες των χειλιών του αρνούνταν να σηκωθούν σαν να πάλευαν κι έχαναν τη μάχη με τη βαρύτητα. Η πίκρα βλέπεις δεν κρύβεται, είναι βαρύ φορτίο. 
Εγώ χτίζω, μου πε. Ήρθα έφηβος σ αυτή τη χώρα, ήξερα να χτίζω και αυτό έκανα. Πάλαιψα σκληρά ώσπου να με πάρουν σοβαρά, ώσπου να αποδείξω πως είμαι τεχνίτης. Έμαθα τη γλώσσα. Και σχολείο πήγα. Άλλαξα τ όνομα μου για να μην ξενίζει, να γλιστράει πιο εύκολα στη γλώσσα των ντόπιων. Έκανα παρέες με κάποιους ντόπιους σιγά σιγά, φάγαμε και ήπιαμε μαζί, μου δώσανε δουλειές. Και κορίτσια κυνηγήσαμε παρέα. Μα ως εκεί. Όλα καλά, αρκεί να μην ήταν τα “δικά τους” κορίτσια: οι γνωστές , οι φίλες, οι συγγενείς, οι χωριανές. Κι οι δουλειές όλα καλά, αρκεί να μπορούσαν να με ρίξουν με τον ένα τρόπο ή με τον άλλο. Αρκεί να δούλευα φτηνά γιατί όσο καλή και να ναι η δουλειά μου, στο τέλος της μέρας είμαι ξένος, μετανάστης. Αλβανός. 
Όλα καλά αρκεί να μην περάσω τη γραμμή που μας χωρίζει. Να μην νοηθώ πως είμαστε ίσα κι όμοια. Καταδεκτικοί και ανεκτικοί, μα ως ένα σημείο. 
Βλέπεις, λοιπόν πως ότι κι αν κάνω, όσο κι αν αλλάξω τ’ όνομά μου, τις συνήθειες μου, τη γλώσσα που μιλώ, όσο κι αν αφομοιώσω την κουλτούρα σας, όσες κούπες κι αν πιω, η καταγωγή μου θα μ ακολουθεί σα λεκές. 
Ότι κι αν είμαι, όποιος κι αν είμαι, όσα κι αν κάνω σ αυτόν τον τόπο, θα μαι πάντα ο Αλβανός. Και γυρνώντας το βλέμμα του να με κοιτάξει κατάματα με ρώτησε αυτό που είχα χρόνια στο μυαλό μου : Εσένα όλα αυτά τα χρόνια σε ξένη χώρα, μετανάστης σαν κι εμένα, ποιος σε πρόσβαλε, ποιος σ έκανε να νοιώσεις λιγότερη για την καταγωγή σου; 
Ήτανε η σειρά μου να σκύψω το κεφάλι.

Μοιραστείτε την είδηση

Έφη Ανδρουλάκη

Αρθρογράφος

    Έφη Ανδρουλάκη έχει δημοσιεύσει 23 άρθρα. Δείτε όλα τα άρθρα του συντάκτη Έφη Ανδρουλάκη