Αρθρογραφία

Ο Θεός γονυπετής μπροστά στο διάβολο…

Λένε πως μπορείς να ερωτευτείς κάποιον με την πρώτη ματιά.

Μα ακούσατε ποτέ κανένα να λέει πως ερωτεύτηκε με την πρώτη κουβέντα; Ερωτευτήκατε εσείς ποτέ κάποιον απ την πρώτη συλλαβή που σας είπε ή με μια γραμματοσειρά Roman σταλμένη απ’ ένα κινητό την ώρα που τα ματοτσίνορα σας παλεύουν τη βαρύτητα;

Εγώ το άκουσα απ το καλοσχηματισμένο στόμα της , ας την πούμε, ηρωίδας μας.

“Δεν παίζεσαι ” ήταν η πρώτη κουβέντα που αντάλλαξε μαζί μου, μου πε πολύ καιρό μετά και το βλέμμα της ξαφνικά έπαψε να βλέπει εμένα.

Σαν να άνοιξε μια σχισμάδα στο χρόνο και είδε εκείνο το μήνυμα να ανάβει την οθόνη ξανά απ την αρχή.

Και μαζί με την οθόνη, ένοιωσα και εγώ μαζί μ’ εκείνη το ξάναμα της.

Δεν παίζεσαι και εγώ ποτέ δεν κατάλαβα πως έγινα το παιχνίδι του.

Αυτά τα τελευταία λόγια ένοιωσα πως την έκαψαν ώσπου να βγούν απ το στόμα της.

Τα φτυσε σχεδόν, σαν να τανε κάρβουνα αναμμένα.

Έτσι ξεκίνησε ο έρωτας της . Κεραυνοβόλα .

Με δύο λέξεις, που αν σκεφτώ τα λόγια της τώρα και έχοντας ζήσει την ιστορία της μέσες άκρες, θα λεγα πως ήτανε πρόκληση.

Πρόσκληση και πρόκληση μαζί.

Μια ατέλειωτη δοκιμή των όριων αντοχής ενός ανθρώπου, ξανά και ξανά και ξανά, ώσπου ξελαστιχωμένα πια να μην έχουν τη δύναμη να αντισταθούν.

Πάλη μέχρι τελικής πτώσεως.

Ήτανε όμορφη και καλοσχηματισμένη γυναίκα.

Δραστήρια, άνθρωπος δημιουργικός και έξυπνος, άνθρωπος για ζωή που λένε.

Δεν ήταν πολλά που δεν κατάφερνε να κάνει καλά.

Γυναίκα για σπίτι, είχε μεγαλώσει δύο παιδιά μοναχή της παλεύοντας και μια δουλειά απαιτητική συνάμα.

Πολλά πολλά με τους δικούς της δεν είχε, πες η απόσταση, πες λόγια ειπωμένα απ αυτά που δεν παίρνονται πίσω πια, οι σχέσεις πάντα τυπικές και τεταμένες. Τ

ον λεγάμενο τον γνώρισε ένα Σεπτέμβρη όταν η γλύκα του καλοκαιριού δεν είχε σβήσει ακόμα.

Φίλος στενών φίλων της ήταν.

Συνομήλικος της, χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις αφού γυναίκα πλάι του δεν ήθελε, όχι γιατί δεν του τύχανε άξιες, μα γιατί δεν τις θεωρούσε καν ανθρώπους.

Καλά διαβάσατε. Το κρύβε καλά όμως.

Η ταμπέλα του γυναικά κρύβει κι πολλές αμαρτίες.

Δεν είχε κλείσει καλά καλά μήνας όταν έπεσε πρώτη φορά ένα βράδυ απ το βάθρο που την έστησε. Και πιο σωστά, την έριξε βίαια.

Κοκκάλωσε αυτή. Απ την απόλυτη ευτυχία, στην απόλυτη μιζέρια.

Ο νους της, εθισμένος στην ευεξία του έρωτα, αρνήθηκε πεισματικά να ακούσει το συναγερμό που βάρεσε το ένστικτο.

Είπε λόγια και συγνώμες κι αυτός βέβαια, νοιώθοντας από πείρα, πως η μάσκα του ράγισε νωρίς, πως ήθελε ακόμα δουλειά το θύμα και μπαλώθηκε η δουλειά.

Μα από τότε ήρθε και φώλιασε ένας φόβος πρωτόγνωρος στην καρδιά της. Και η μια φορά γίνανε δύο, και τρεις και εκατό.

Κι όσο πληθαίνανε τα πεσίματα, όσο ματώνανε τα γόνατα, τόσο ο φόβος θέριεψε κι έγινε πέτρα ασήκωτη.

Κι ύστερα ήρθανε κι οι άλλες.

Μια, μια, παρέλαση κάνανε, ακροβάτες εφήμεροι στο τεντωμένο σκοινί της παράστασης του. Λογιών λογιών ηλικίες, λογιών λογιών κι οι χρησιμότητες της καθεμιάς.

Κι όλες, μα όλες είχανε ένα κοινό κουσούρι: όλες ήτανε ανθρώποι.

Ανθρώποι που δίνανε.

Υποταγή, υπακοή και συμμόρφωση απαιτούσε και ήξερε καλά πως να το πετύχει.

Αν σας φαίνεται παράξενο δεν έχετε παρά να δείτε έναν τοξικομανή.

Η μόνη διαφορά ήτανε το δηλητήριο.

Την έφερε σιγά σιγά εκεί που ήθελε, στα γόνατα πια.

Όπως αρμόζει μπροστά σ ένα Θεό.

Προσκυνάς γονυπετής, δεν τον κοιτάς στα μάτια.

Εγώ είχα πια τα δεύτερα κλειδιά. Όπως το λέει η Ελεονώρα. Μάζευα δάκρυα πετρωμένα, είπα λόγια σκληρά. Μάταια.

Με μια ανάσα τον είχε πιεί κι είχε μεθύσει.

Η τοξικότητα βλέπεις είναι δηλητήριο δραστικό, το μεθύσι δυνατό.

Έβλεπα που και που σημάδια πάλης της νοερά, σε μάτια κλαμμένα, σε μαύρους κύκλους, σε βιασμένα χαμόγελα.

Λίγα τα λόγια της, μα ο πόνος ήτανε πια καρφιτσωμένος στο πρόσωπο της. Φύγε της έλεγα.

Τι δουλειά έχεις εσύ μ αυτόν; αυτός προβιά ανθρώπινη μόνο φορά. Άνθρωπος δεν είναι.

Το ξέρω μου λέγε πως πρέπει να φύγω, μα τον αγαπώ.

Στο βάθος κάτι υπάρχει μονολογούσε.

Δεν ξέρω αν το κάνε για να πείσει εμένα ή τον εαυτό της. Εγώ πάντως δεν πειθόμουν κι όλο την πίεζα να το τελειώσει.

Κι αυτή όλο έφευγε, μα στα λόγια μόνο.

Κάποτε βαρέθηκα να το λέω κι αυτό. Απογοητεύτηκα, δεν άντεχα πια να ακούω την αρρώστια του να τη ροκανίζει σιγά σιγά σαν το σαράκι στο ξύλο. Άρχισα να βρίσκω δικαιολογίες, να την αποφεύγω. Έγινα Ιούδας.

Την ξανάδα μετά από καιρό. Ήξερα πως είχε τρεχάματα μα μου φάνηκε αλλαγμένη, πιο φρέσκια.

Σαν να ξεγέλασε έναν άλλο άμοιρο Άτλαντα και του φόρτωσε με τη σειρά της τον κόσμο στους ώμους.

Όταν πια γέλασε, σιγουρεύτηκα. Τον ξεφορτώθηκες της είπα,.

Δεν ήταν καν ερώτηση. Ήξερα.

Ναι, είπε έτσι απλά και σταμάτησε.

Ένοιωσα πως οι πληγές ακόμα πονούσαν. Ανοιγόκλεισε το στόμα της σαν να θελε να πει κάτι ή μπορεί και να ταν ένας τελευταίος λυγμός , ποιος ξέρει. Αυτό που ξέρω εγώ τώρα πια είναι πως με τους θνητούς δεν παίζεις, ακόμα κι αν λογάσαι Θεός.

Γιατί θεέ μου, χωρίς τον Άνθρωπο, τίποτα δεν είσαι. Ένα παράσιτο μόνο.

Μοιραστείτε την είδηση

Έφη Ανδρουλάκη

Αρθρογράφος