ΕΟΔΥ για λαγοκέφαλο: «170 δηλητηριάσεις και 28 επιθέσεις σε 20 χρόνια»
Σοβαρές διαστάσεις για τη δημόσια υγεία αποκτά η εξάπλωση του λαγοκέφαλου στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς η παρουσία του συνδέεται τόσο με επικίνδυνους τραυματισμούς από δήγματα (σ.σ.: δαγκώματα) όσο και με δηλητηριάσεις από τετροδοτοξίνη μετά την κατανάλωσή του.
Συγκεντρωτική καταγραφή για την περίοδο 2004 – 2023 περιλαμβάνει 28 σωματικές επιθέσεις ή δήγματα και τουλάχιστον 170 περιστατικά δηλητηρίασης, από τα οποία τα 27 ήταν θανατηφόρα. Την ίδια ώρα, ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας εξετάζει το ενδεχόμενο εφαρμογής συστήματος επιτήρησης των περιστατικών δηγμάτων, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο.
Τα δεδομένα, οι δύο διαφορετικοί κίνδυνοι για τον άνθρωπο και οι ενδεδειγμένες ενέργειες μετά από δήγμα ή κατανάλωση λαγοκέφαλου παρουσιάζονται σε άρθρο του κτηνιάτρου, διδάκτορα και μεταδιδακτορικού ερευνητή του ΕΚΠΑ, προϊσταμένου του Τμήματος Ζωοανθρωπονόσων του ΕΟΔΥ, Γιώργου Δουγά.
Η εξάπλωση και οι οικολογικές επιπτώσεις
Όπως επισημαίνει ο κ. Δουγάς, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον για την παρουσία εισβολικών ειδών της οικογένειας Tetraodontidae, γνωστών ως pufferfish ή ψάρια-φούσκες, στην Ανατολική Μεσόγειο, με κυριότερο είδος τον λαγοκέφαλο (Lagocephalus sceleratus).
Ο λαγοκέφαλος είναι λεσσεψιανό είδος που εισήλθε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Η παρουσία του είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ανατολική Μεσόγειο, με εγκατεστημένους πληθυσμούς στην Τουρκία, την Κύπρο, την Ελλάδα, την Αίγυπτο και σε παράκτιες περιοχές της Εγγύς Ανατολής, όπως ο Λίβανος, το Ισραήλ και η Συρία.
Καταγραφές υπάρχουν επίσης στην κεντρική και τη δυτική Μεσόγειο, όπως στη Λιβύη, την Τυνησία, τη Μάλτα, την Ιταλία και την Αδριατική, φτάνοντας μέχρι την περιοχή του Γιβραλτάρ.
Ο Προϊστάμενος του Τμήματος Ζωοανθρωπονόσων του ΕΟΔΥ σημειώνει ότι ο λαγοκέφαλος αποτελεί ξενικό είδος με πολύ κοφτερά, συγχωνευμένα δόντια και σιαγόνες, ασημόγκριζη ράχη με μαύρες κηλίδες και χαρακτηριστική ασημένια πλευρική ζώνη. Η πρώτη καταγραφή του στα ελληνικά θαλάσσια ύδατα έγινε το 2005.
Πρόκειται για αδηφάγο θηρευτή, ο οποίος προτιμά κεφαλόποδα, όπως καλαμάρια, σουπιές και χταπόδια, με αποτέλεσμα να καταγράφεται σημαντική μείωση των εμπορικών κεφαλόποδων σε περιοχές όπου το είδος ευδοκιμεί.
Η παρουσία του έχει συνδεθεί τόσο με περιστατικά δηλητηρίασης μετά από κατανάλωση όσο και με δήγματα σε ανθρώπους. Πρόσφατα δημοσιεύματα ανέδειξαν το θέμα ως δυνητικά σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας, ιδίως μετά τις αναφορές για τραυματισμούς λουομένων σε παράκτιες περιοχές της χώρας.
Οι 28 επιθέσεις και οι 170 δηλητηριάσεις
Στη διεθνή βιβλιογραφία, όπως αναφέρει ο κ. Δουγάς, έχει δημοσιευθεί συγκεντρωτική καταγραφή περιστατικών υγείας από εισβολικά pufferfish στην Ανατολική Μεσόγειο για την περίοδο 2004-2023.
Σύμφωνα με τη δημοσίευση, καταγράφηκαν 28 σωματικές επιθέσεις ή δήγματα και τουλάχιστον 170 περιστατικά δηλητηρίασης, από τα οποία 143 ήταν μη θανατηφόρα και 27 θανατηφόρα.
Ο ίδιος διευκρινίζει ότι σε ορισμένα δημοσιεύματα αναφέρθηκε λανθασμένα αριθμός 198 «επιθέσεων». Ο αριθμός αυτός αφορά το σύνολο των καταγεγραμμένων συμβάντων που περιλαμβάνονταν στην ανάλυση και όχι αποκλειστικά τους τραυματισμούς. Οι αναφερόμενοι τραυματισμοί και τα δήγματα ήταν 28.
Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη καταγραφή δεν βασίστηκε σε επίσημο σύστημα επιτήρησης, αλλά σε συνδυασμό διαδικτυακών πηγών, βιβλιογραφίας, ιατρικών αρχείων, συνεντεύξεων και παρατηρήσεων.
Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει την ανάγκη συστηματικής και τυποποιημένης καταγραφής των περιστατικών, προκειμένου να εκτιμηθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια η πραγματική συχνότητα, η γεωγραφική κατανομή και η βαρύτητα των συμβάντων.
Οι δύο διαφορετικοί κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία
Από την πλευρά της δημόσιας υγείας, τονίζει ο κ. Δουγάς, πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών κινδύνων.
Ο πρώτος αφορά τη δηλητηρίαση από τετροδοτοξίνη, η οποία σχετίζεται με την κατανάλωση του ψαριού και όχι με το δήγμα.
Ο δεύτερος αφορά τον τραυματισμό που προκαλείται από δήγμα και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δυνητικά σοβαρός, λόγω της μηχανικής κάκωσης, της αιμορραγίας, της πιθανής απώλειας ιστού και της επιμόλυνσης του τραύματος από μικροοργανισμούς.
Τι πρέπει να γίνεται μετά από δήγμα
Σε περίπτωση δήγματος, η αρχική αντιμετώπιση περιλαμβάνει τοπική αντισηψία, αιμόσταση και αποστειρωμένη κάλυψη του τραύματος.
Ο προϊστάμενος του Τμήματος Ζωοανθρωπονόσων του ΕΟΔΥ επισημαίνει ότι πρέπει να αναζητείται το συντομότερο ιατρική βοήθεια, ώστε να εκτιμηθεί κλινικά το τραύμα και να δοθούν συστάσεις σχετικά με την προφύλαξη κατά του τετάνου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εκτίμηση της ανάγκης για αντιτετανική προφύλαξη, καθώς το δήγμα λαγοκέφαλου μπορεί πρακτικά να αντιμετωπίζεται ως ρυπαρό ή σοβαρό τραύμα, ιδίως όταν είναι βαθύ, διατιτραίνον ή συνοδεύεται από απώλεια ιστού.
Η χορήγηση αντιμικροβιακής αγωγής πρέπει να αξιολογείται από τον θεράποντα ιατρό, με βάση τη φύση του τραύματος, τη θέση του δήγματος και τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου του ασθενούς.
Η εμπειρική κάλυψη, όταν κρίνεται απαραίτητη, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τους συνήθεις μικροοργανισμούς του δέρματος, αλλά και θαλάσσιους Gram-αρνητικούς μικροοργανισμούς, όπως Vibrio spp., Aeromonas spp., Shewanella algae, Photobacterium damselae και Pseudomonas spp.
Δεν καταστρέφεται η τοξίνη με το μαγείρεμα
Τα αλιευτικά προϊόντα που προέρχονται από δηλητηριώδη ψάρια της οικογένειας Tetraodontidae, στην οποία περιλαμβάνεται ο λαγοκέφαλος, δεν επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 853/2004.
Ο κ. Δουγάς τονίζει ότι η τετροδοτοξίνη που περιέχουν δεν καταστρέφεται επαρκώς με το μαγείρεμα ή το ψήσιμο, ενώ δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.
Τα συμπτώματα της δηλητηρίασης μπορεί να εμφανιστούν ταχέως, συνήθως μέσα σε λίγα λεπτά έως λίγες ώρες μετά την κατανάλωση.
Τα πρώιμα συμπτώματα περιλαμβάνουν μούδιασμα ή αίσθημα μυρμηγκιάσματος γύρω από το στόμα, στα χείλη, στη γλώσσα ή στο πρόσωπο, καθώς και γαστρεντερικές εκδηλώσεις, όπως ναυτία, έμετο, κοιλιακό άλγος και διάρροια.
Μπορεί επίσης να παρουσιαστούν ζάλη, κεφαλαλγία, εφίδρωση, αδυναμία, κακουχία, παραισθησίες στα άκρα, αστάθεια ή αταξία, δυσκολία στη βάδιση, δυσαρθρία και δυσκολία στην κατάποση.
Άμεση διακομιδή ακόμη και χωρίς συμπτώματα
Η κατανάλωση λαγοκέφαλου, ακόμη και χωρίς την εμφάνιση συμπτωμάτων, αντιμετωπίζεται ως πιθανή σοβαρή δηλητηρίαση.
Για τον λόγο αυτό, υπογραμμίζει ο κ. Δουγάς, σε περίπτωση κατανάλωσης λαγοκέφαλου δεν πρέπει να αναμένεται η εκδήλωση συμπτωμάτων.
Απαιτούνται άμεση επικοινωνία με το Κέντρο Δηλητηριάσεων ή το ΕΚΑΒ και γρήγορη διακομιδή του εκτεθειμένου ατόμου για νοσοκομειακή εκτίμηση και παρακολούθηση.
Τα περιστατικά που επιβιώνουν από την οξεία φάση συχνά ανακάμπτουν με υποστηρικτική θεραπεία, καθώς η τοξίνη απομακρύνεται με την πάροδο του χρόνου.
Εξετάζεται η επιτήρηση των περιστατικών
Όπως σημειώνει ο κτηνίατρος του ΕΟΔΥ, χρηστικές πληροφορίες για την έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής φροντίδας μετά από δήγμα και την αποφυγή κατανάλωσης ειδών που ενδέχεται να περιέχουν τετροδοτοξίνη έχουν ήδη διαδοθεί ευρέως στο κοινό από αξιόπιστα κανάλια ενημέρωσης, όπως ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός.
Παράλληλα, εφαρμόζονται από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αλιευτικά μέτρα που στοχεύουν στη μείωση του πληθυσμού του συγκεκριμένου εισβολικού είδους.
Στοιχεία για τον λαγοκέφαλο είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Δικτύου για τα Υδρόβια Χωροκατακτητικά Είδη – ELNAIS και σε δελτίο Τύπου του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών.
Προς ενίσχυση της αξιόπιστης καταγραφής, ο ΕΟΔΥ εξετάζει το ενδεχόμενο εφαρμογής επιτήρησης των περιστατικών δηγμάτων από λαγοκέφαλους, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο, όταν αυξάνεται η επαφή του κοινού με το θαλάσσιο περιβάλλον.
Η καταγραφή θα μπορούσε να συμβάλει στην ακριβέστερη εκτίμηση του κινδύνου, στην έγκαιρη ανίχνευση γεωγραφικών ή χρονικών συρροών, στην καλύτερη ενημέρωση των επαγγελματιών υγείας και των πολιτών, καθώς και στον σχεδιασμό τεκμηριωμένων παρεμβάσεων πρόληψης σε παραθαλάσσιες και νησιωτικές περιοχές της χώρας.

