Απάτη 4,5 εκ. ευρώ στον ΟΠΕΚΕΠΕ | πώς δρούσε η εγκληματική οργάνωση
Περισσότερα από 4,5 εκατομμύρια ευρώ εκτιμάται ότι είναι η ζημία σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου από τη δράση της εγκληματικής οργάνωσης που δρούσε τουλάχιστον από το 2019, με επίκεντρο τη Βόρεια Ελλάδα, εξαπατώντας τον ΟΠΕΚΕΠΕ, μέσω ψευδών δηλώσεων για αγροτικές επιδοτήσεις.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε έπειτα από πολύμηνη έρευνα της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, με την αστυνομική επιχείρηση να κορυφώνεται το προηγούμενο 24ωρο σε περιοχές της Θεσσαλονίκης, των Σερρών, του Κιλκίς, της Αθήνας και της Καβάλας, όπου συνελήφθησαν συνολικά 17 άτομα, ανάμεσα τους και τα έξι φερόμενα ως αρχηγικά στελέχη.
Όπως ανακοίνωσε η ΕΛ.ΑΣ., στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 317 κατηγορούμενοι, από τους οποίους οι 302 φαίνεται πως εισέπραξαν παράνομα ενισχύσεις, ενώ οι 15 υπέβαλαν ψευδείς δηλώσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν.
Πώς δρούσε η οργάνωση
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, αξιοποιώντας την εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία μελών της στη διαδικασία υποβολής Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης καθώς και κενά στη διαδικασία ελέγχου των δηλώσεων, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα εντόπιζαν επιλέξιμα αλλά αδήλωτα αγροτεμάχια σε διάφορες περιοχές της χώρας και τα δήλωναν ψευδώς στις αιτήσεις προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ, εμφανίζοντάς τα ως μισθωμένα ή ιδιόκτητα, χωρίς να υπάρχει πραγματική κατοχή ή νόμιμη μίσθωση.
Στις επίμαχες αιτήσεις εμφανίστηκαν περισσότεροι από 1.500 πολίτες ως δήθεν εκμισθωτές χωραφιών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι αυτοί είτε δεν είχαν καμία σχέση με τις συγκεκριμένες εκτάσεις είτε διέθεταν ακίνητα σε εντελώς διαφορετικές περιοχές της χώρας, όπως προέκυψε από την αστυνομική έρευνα, η οποία εκκίνησε το Νοέμβριο του 2025, στο πλαίσιο προκαταρκτικής έρευνας με εισαγγελική παραγγελία.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν περιπτώσεις προσχηματικών μεταβολών στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης (Ε9), όπου αγροτεμάχια καταχωρίζονταν προσωρινά ως περιουσιακά στοιχεία και στη συνέχεια διαγράφονταν με αιτιολογίες όπως «εκ παραδρομής καταχώριση», «εκ παραδρομής εγγραφή» ή «λάθος καταχώριση».
Η αλλαγή μεθοδολογίας το 2025
Από την έρευνα προέκυψε, επίσης, ότι κατά την υποβολή των Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης του έτους 2025, η εγκληματική οργάνωση τροποποίησε τη μεθοδολογία της ως προς την καταχώριση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των αγροτεμαχίων. Ενώ κατά τα προηγούμενα έτη χρησιμοποιούσε μεγάλο αριθμό διαφορετικών φερόμενων εκμισθωτών ανά αίτηση, το 2025 οι δηλούμενες εκτάσεις καταχωρούνταν είτε ως ιδιόκτητες είτε ως μισθωμένες από ένα μόνο πρόσωπο, το οποίο ήταν συνήθως μέλος ή συγγενικό πρόσωπο μέλους της οργάνωσης.
Τα πλαστά δικαιολογητικά, μισθωτήρια… μετά θανάτου
Για να προσδίδεται νομιμοφάνεια στις αιτήσεις, τα μέλη της οργάνωσης επισύναπταν στο ηλεκτρονικό σύστημα διάφορα έγγραφα ως δήθεν παραστατικά νομής ή μίσθωσης αγροτεμαχίων. Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση της Αστυνομίας -μεταξύ άλλων- εντοπίστηκαν λευκές σελίδες σε 167 περιπτώσεις, τμήματα του Κώδικα Πράξεων Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου σε 136 περιπτώσεις, ανυπόγραφα συμφωνητικά μισθωτήρια σε 64 περιπτώσεις, μισθωτήρια με εμφανώς φωτοτυπημένη θεώρηση γνησίου υπογραφής σε 41 περιπτώσεις, φωτοαντίγραφα ταυτοτήτων, υπεύθυνες δηλώσεις, ετικέτες πιστοποίησης σπόρων σποράς και άλλα άσχετα έγγραφα.
Επιπλέον, εντοπίστηκαν συμφωνητικά μίσθωσης που φέρονται να είχαν συνταχθεί μετά τον θάνατο του αντισυμβαλλόμενου εκμισθωτή, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις με βεβαίωση γνησίου υπογραφής.
Η δομή της εγκληματικής οργάνωσης
Η οργάνωση, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., διέθετε σαφή δομή και διακριτούς ρόλους. Τα φερόμενα ως αρχηγικά μέλη (τέσσερις άντρες- 40, 43, 51 και 33 ετών, και δύο γυναίκες- 40 και 45 ετών), είχαν τον συντονισμό της δράσης, εντόπιζαν τα αγροτεμάχια, οργάνωναν τις ψευδείς αιτήσεις, στρατολογούσαν νέα μέλη και διαχειρίζονταν τους τραπεζικούς λογαριασμούς, όπου κατέληγαν οι επιδοτήσεις. Στη συνέχεια, μέρος των χρημάτων διακινούνταν μέσω τραπεζικών μεταφορών ή αναλήψεων μετρητών και φέρεται να χρησιμοποιούνταν για αγορές ακινήτων, οχημάτων και γεωργικών μηχανημάτων, με στόχο τη νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων.
Τα βασικά μέλη παραχωρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς για την πίστωση των παράνομων ενισχύσεων, πραγματοποιούσαν αναλήψεις μετρητών, διακινούσαν χρηματικά ποσά προς τα αρχηγικά μέλη και παρακρατούσαν μέρος των ενισχύσεων ως αμοιβή.
Τα λοιπά μέλη – αιτούντες, υπέβαλαν ψευδείς Ενιαίες Αιτήσεις Ενίσχυσης, χρησιμοποιώντας τη δομή και τα μέσα της οργάνωσης, λαμβάνοντας μέρος των παράνομων ενισχύσεων, ενώ το υπόλοιπο ποσό κατέληγε σε επιχειρησιακούς λογαριασμούς της οργάνωσης.
Επαγγέλματα άσχετα με τον αγροτικό τομέα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει -σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.- το γεγονός ότι τα μέλη της οργάνωσης, σχεδόν στο σύνολό τους, είτε δεν είχαν σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα είτε δεν είχαν καθόλου επιτήδευμα. Από την έρευνα προέκυψε ότι η πραγματική επαγγελματική δραστηριότητα πολλών εξ αυτών ήταν άσχετη με τον αγροτικό τομέα, καθώς μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν καθαρίστρια, ανειδίκευτοι εργάτες, οδηγοί φορτηγών, διανομείς, υπάλληλοι καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και άλλα επαγγέλματα χωρίς σύνδεση με αγροτική παραγωγή.
Η οικονομική έρευνα και οι τραπεζικές κινήσεις
Για τη διακρίβωση του εύρους της δράσης της εγκληματικής οργάνωσης, πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη και σε βάθος οικονομική έρευνα του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, με αξιοποίηση στοιχείων από τραπεζικά ιδρύματα, φορολογικές και διοικητικές βάσεις δεδομένων, καθώς και από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά κι από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ενώ εξετάστηκαν 126 τραπεζικοί λογαριασμοί και 59.307 τραπεζικές κινήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώθηκε ότι οι παράνομες ενισχύσεις καταβάλλονταν αρχικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς αιτούντων μελών και στη συνέχεια μέρος των ποσών αποδιδόταν στα αρχηγικά και βασικά μέλη είτε μέσω τραπεζικών μεταφορών είτε με μετρητά. Ωστόσο, από το 2022 και μετά, η οργάνωση τροποποίησε τη μεθοδολογία της, καταχωρώντας σε μεγάλο αριθμό αιτήσεων τραπεζικούς λογαριασμούς βασικών ή αρχηγικών μελών, ώστε τα ποσά να πιστώνονται απευθείας σε αυτούς και να περιορίζονται οι εμφανείς τραπεζικές συναλλαγές μεταξύ των εμπλεκομένων.
Παράλληλα, τα μέλη της εκμεταλλεύονταν τη δυνατότητα μεταβολής των τραπεζικών λογαριασμών πίστωσης των ενισχύσεων κατά τη διάρκεια που το σύστημα υποβολής αιτήσεων παρέμενε ανοιχτό, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά διοικητικός έλεγχος.
Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι, η οργάνωση εκμεταλλεύτηκε ιδιαιτερότητες στη διαδικασία ελέγχου συγκεκριμένου τραπεζικού ιδρύματος ως προς την ταυτοποίηση δικαιούχου λογαριασμού, καταχωρώντας λογαριασμούς που δεν αντιστοιχούσαν πάντοτε στους αιτούντες τις ενισχύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι 27 από τους 32 τραπεζικούς λογαριασμούς που καταχωρήθηκαν χωρίς συμφωνία μεταξύ αιτούντος και δικαιούχου ανήκαν στο ίδιο τραπεζικό ίδρυμα.
Με τη μέθοδο αυτή, τα ποσά των ενισχύσεων «σπάζονταν» σε επιμέρους πληρωμές και κατέληγαν τόσο σε προσωπικούς λογαριασμούς αιτούντων όσο και σε επιχειρησιακούς λογαριασμούς της οργάνωσης.
Η διακίνηση των χρημάτων γινόταν κυρίως μέσω αναλήψεων μετρητών, προκειμένου να περιοριστεί η δυνατότητα ιχνηλάτησης των συναλλαγών και να αποφεύγεται ο εντοπισμός τους από τα συστήματα εποπτείας τραπεζικών συναλλαγών για την πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Κατασχέσεις και δεσμεύσεις
Συνολικά, από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οκτώ σπίτια και δύο Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν: 302.825 ευρώ, 18 χρυσές λίρες, 12 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, δίκυκλο, πέντε γεωργικοί ελκυστήρες (τρακτέρ), αγροτικό μηχάνημα, τραπεζικές κάρτες, 13 κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τάμπλετ, ψηφιακά μέσα αποθήκευσης δεδομένων, σφραγίδες επιχειρήσεων, πλήθος υπεύθυνων δηλώσεων και ιδιωτικών συμφωνητικών αγρομίσθωσης με κενά στοιχεία αντισυμβαλλόμενων και θεωρημένο γνήσιο υπογραφής, πλήθος χειρόγραφων σημειώσεων με κωδικούς taxisnet τρίτων προσώπων, καθώς και πλήθος εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση.
Παράλληλα, κατόπιν σχετικών διατάξεων του αρμόδιου εισαγγελέα, δεσμεύτηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί 26 εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, τραπεζικές θυρίδες που διατηρούσαν τέσσερις εκ των συλληφθέντων, καθώς και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία εμπλεκόμενων προσώπων.
Δικογραφία σε βάρος 138 προσώπων για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ στην Κρήτη
Οργάνωση κανονικής «επιχείρησης» και στην παραμικρή λεπτομέρεια, με διακριτούς ρόλους του κάθε εμπλεκόμενου, είχε το πολυπληθές κύκλωμα με τις παράνομες επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, που εξαρθρώθηκε από το Τμήμα Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης, κατά τη συντονισμένη επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 25 Μαϊου, σε Ρέθυμνο, Ηράκλειο και Λασίθι, έπειτα από πολύμηνη εμπεριστατωμένη έρευνα, που πραγματοποιήθηκε με εντολή του εποπτεύοντος εισαγγελέα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος της ΕΛΑΣ.
Για την υπόθεση κατηγορούνται συνολικά 138 άτομα, ενώ έχουν συλληφθεί 22, μεταξύ των οποίων και τα δύο αρχηγικά στελέχη της εγκληματικής οργάνωσης, που είναι δύο λογιστές από το Ρέθυμνο, ενώ στην ογκωδέστατη δικογραφία περιγράφεται αναλυτικά πώς είχε στηθεί η απάτη και ποιος ήταν ο ρόλος των μελών, που -όπως επισημαίνεται- δραστηριοποιούνταν στην κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή τέλεση του κακουργήματος της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εθνικής οικονομίας, λαμβάνοντας παρανόμως ενισχύσεις από τον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ), με τη χρήση ψευδών δηλώσεων στις Ενιαίες Αιτήσεις Ενίσχυσης (ΕΑΕ) για παράνομη λήψη αγροτικών επιδοτήσεων.
Η δικογραφία αφορά στα αδικήματα -κατά περίπτωση- σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, απάτη σχετική με επιχορηγήσεις, ψευδή υπεύθυνη δήλωση, καθώς και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Όπως ανακοινώθηκε από την αστυνομία, η εγκληματική οργάνωση είχε συγκροτηθεί τουλάχιστον από το 2019 και λειτουργούσε με διακριτούς ρόλους και οργανωμένη δομή.
Ηγετικό ρόλο είχαν δύο λογιστές, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τις γνώσεις τους σχετικά με τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων ενίσχυσης προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τα κενά του συστήματος, στρατολογούσαν ιδιοκτήτες και διαχειριστές Κέντρων Υποδοχής Δηλώσεων (ΚΥΔ), καθώς και φυσικά πρόσωπα που εμφανίζονταν ως εκμισθωτές ή μισθωτές αγροτεμαχίων.
Αναλυτικά, σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν από την αστυνομία, τα μέλη της οργάνωσης:
– Αξιοποιούσαν την πρόσβαση στο χαρτογραφικό υπόβαθρο του ΟΠΕΚΕΠΕ μέσω συνεργαζόμενων Κέντρων Υποδοχής Δηλώσεων, προκειμένου να εντοπίζουν «ελεύθερα» και επιλέξιμα αγροτεμάχια που δεν είχαν δηλωθεί από τους πραγματικούς ιδιοκτήτες τους, και τα καταχώριζαν ψευδώς σε στοιχεία φυσικών προσώπων, χωρίς να υφίσταται πραγματική σχέση κατοχής ή εκμετάλλευσης, ενώ καταρτίζονταν εικονικά μισθωτήρια μεταξύ φερόμενων εκμισθωτών και μισθωτών.
Στη συνέχεια υπέβαλλαν ανακριβείς δηλώσεις ΕΑΕ/ΟΣΔΕ, με αποτέλεσμα να εισπράττουν παρανόμως αγροτικές επιδοτήσεις από κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου. Μέρος των παράνομων ενισχύσεων αποδιδόταν στα μέλη της οργάνωσης, με τα χρήματα να χρησιμοποιούνται και για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων που σχετίζονταν με τη συνέχιση της εγκληματικής δραστηριότητας.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία είχαν έξι Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων.
Όσον αφορά στους ρόλους των μελών της εγκληματικής οργάνωσης, προέκυψε ότι:
– Οι δύο λογιστές κατείχαν τον ηγετικό ρόλο στην οργάνωση, έχοντας τον κεντρικό συντονισμό, καθορίζοντας τη δομή, τους ρόλους και τον τρόπο δράσης της. Στρατολογούσαν τα υπόλοιπα μέλη, αξιοποιούσαν τις γνώσεις τους σχετικά με τη διαδικασία υποβολής Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης και τις λειτουργίες του συστήματος του ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ καθοδηγούσαν τη δημιουργία εικονικών μισθωτηρίων και την υποβολή ψευδών δηλώσεων με σκοπό την παράνομη λήψη αγροτικών επιδοτήσεων.
– Έξι άτομα λειτουργούσαν ως εκπρόσωποι Κέντρων Υποδοχής Δηλώσεων, παρείχαν πρόσβαση στο χαρτογραφικό υπόβαθρο και στα στοιχεία των επιλέξιμων αγροτεμαχίων του ΟΠΕΚΕΠΕ, εντόπιζαν «ελεύθερες» εκτάσεις και παρείχαν την απαιτούμενη τεχνική υποστήριξη για την υποβολή ψευδών δηλώσεων ΕΑΕ/ΟΣΔΕ, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διεκπεραίωση της παράνομης διαδικασίας.
– Δεκαεπτά άτομα λειτουργούσαν ως εκμισθωτές αγροτεμαχίων, παραχωρώντας τη χρήση προσωπικών στοιχείων και κωδικών πρόσβασης σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες, ώστε να εμφανίζονται ψευδώς στην περιουσιακή κατάστασή τους αγροτεμάχια που δεν κατείχαν πραγματικά. Παράλληλα, συμμετείχαν στη σύνταξη ή χρήση εικονικών μισθωτηρίων και στην υποβολή ανακριβών δηλώσεων για τη θεμελίωση παράνομων δικαιωμάτων ενίσχυσης.
– Εβδομήντα ένα άτομα είχαν τον ρόλο του μισθωτή-λήπτη επιχορηγήσεων καθώς εμφανίζονταν ως μισθωτές αγροτεμαχίων και προέβαιναν σε ανακριβείς δηλώσεις ΕΑΕ/ΟΣΔΕ, λαμβάνοντας οικονομικές ενισχύσεις από ευρωπαϊκά κονδύλια, ενεργώντας για λογαριασμό της εγκληματικής οργάνωσης.
– Τα υπόλοιπα συνεργαζόμενα πρόσωπα παρείχαν υποστηρικτική συνδρομή στη διαχείριση εγγράφων, οικονομικών στοιχείων και τραπεζικών συναλλαγών, ενώ συνέδραμαν στη διακίνηση και απόκρυψη των παράνομων εσόδων, υποβοηθώντας τη διατήρηση και συνέχιση της εγκληματικής δραστηριότητας της οργάνωσης.
Σημειώνεται ότι το αποδεικτικό υλικό προέκυψε από στοιχεία που ελήφθησαν από τη βάση δεδομένων του ΟΠΕΚΕΠΕ, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του εποπτεύοντος τη ΔΑΟΕ εισαγγελέα, καθώς και από έρευνες σε οικίες, λογιστικά γραφεία, ΚΥΔ και λοιπούς χώρους. Κατασχέθηκαν και αναλύθηκαν ψηφιακά αρχεία, τραπεζικά στοιχεία, έγγραφα, ιδιόχειρες σημειώσεις και σχετικό υλικό που τεκμηριώνει τη δράση της οργάνωσης.
Κατά τη διάρκεια των ερευνών που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους, βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, και κατασχέθηκαν πέντε ΙΧΕ αυτοκίνητα, ως προϊόντα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, 110 ενώτια αιγοπροβάτων και βοοειδών, περίστροφο με 50 φυσίγγια, το χρηματικό ποσό των 12.870 ευρώ και πλήθος εγγράφων σχετιζόμενων με δηλώσεις ΕΑΕ, αποδείξεις κατάθεσης, εκτυπώσεις κίνησης λογαριασμών, τιμολόγια, τίτλους ιδιοκτησίας, μισθωτήρια, πελατολόγια ΚΥΔ και λογιστικών γραφείων, ιδιόχειρες σημειώσεις.
Παράλληλα, εκδόθηκαν διατάξεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, ενώ μέχρι στιγμής έχουν δεσμευθεί τραπεζικοί λογαριασμοί 18 συλληφθέντων, στους οποίους περιλαμβάνεται συνολικό χρηματικό ποσό άνω των 355.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία της έρευνας, το συνολικό παράνομο οικονομικό όφελος που αποκόμισε η εγκληματική οργάνωση από το 2019 έως το 2024, σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου, εκτιμάται σε τουλάχιστον 2.733.995 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται οι εκκρεμείς επιχορηγήσεις του έτους 2025.
Στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οι συλληφθέντες για την δράση εγκληματικής οργάνωσης στην Κρήτη
Στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας οδηγείται σήμερα η μεταγωγή από την Κρήτη με τους συλληφθέντες ως μέλη πολυπληθούς κυκλώματος που ελάμβανε, παράνομες επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ την τελευταία πενταετία.
Ενώπιον των Ευρωπαίων Εισαγγελέων θα βρεθούν οι 22 συλληφθέντες από το Τμήμα Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης που οργάνωσε εκτεταμένη επιχείρηση σε Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Λασίθι αλλά και Αθήνα για την εξάρθρωση εγκληματικής ομάδας η δράση της οποίας φέρεται να προκάλεσε ζημία περίπου 3 εκατομμυρίων ευρώ σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εθνικής οικονομίας.
Οι κατηγορούμενοι μετά την απαγγελία κατηγοριών από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα οδηγηθούν ενώπιον του αρμόδιου Ανακριτή από τον οποίο αναμένεται να ζητήσουν προθεσμίες για να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

