Νίκος Χριστοδουλάκης | «Να τιμάς το σπίτι που ξεκίνησες»

«Η απόφαση της Συγκλήτου να εκχωρήσει το πρώτο κτίριο που είχε το Πολυτεχνείο Κρήτης επί του Λόφου Καστελίου σε επενδυτική εταιρία για να γίνει ξενοδοχείο, προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις και έκρινα σκόπιμο να τοποθετηθώ δημόσια για δύο λόγους», γράφει ο Νίκος Χριστοδουλάκης, πρώην Υπουργός Οικονομικών.

Και συνεχίζει: «Ο πρώτος είναι συναισθηματικός, διότι σε αυτά τα κτίρια ξεκίνησε η λειτουργία του Πολυτεχνείου και την περίοδο 1986-88 «ήμουν και εγώ εκεί», διδάσκοντας Οικονομικά στο ισόγειο. Το γραφείο μου στον Β΄ όροφο με θέα στο παλιό λιμάνι ήταν το πιο εμπνευστικό μέρος που είχα ποτέ στην ζωή μου για διάβασμα και γράψιμο.

Ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός, καθώς για μια περίπου δεκαετία συμμετείχα μαζί με άλλους φορείς των Χανίων στην αξιοποίηση και ανάδειξη μιας σειράς παλιών δημόσιων κτιρίων, με στόχο να αποτελέσουν ένα καμβά πολιτισμού, όχι πλέον ως ερείπια αλλά ως λειτουργικοί κόμβοι στον ιστορικό και αστικό ιστό της πόλης: Από το Αρσενάλι και το παλιό Τελωνείο έως το ενετικό Νεώριο και την οικία Βενιζέλου.

Σημειωτέον ότι και η τελευταία προοριζόταν από τους κληρονόμους της να γίνει ξενοδοχείο, αντί για το φροντισμένο μουσείο που λαμπρύνει σήμερα την πόλη. Σε αυτό τον σχεδιασμό θα εντασσόταν και το πρώτο κτίριο του Πολυτεχνείου σε συνδυασμό με τις ανασκαφές της μινωϊκής περιόδου που έκανε τότε η Βλαζάκη με την αρχαιολογία.

Πάντως κανείς και με κανένα τρόπο δεν φανταζόταν ότι η αξιοποίηση του θα γινόταν ως ξενοδοχείο, επειδή ούτε η καλύτερη λύση είναι για τα οικονομικά του Πολυτεχνείου, ούτε τόση στενότητα κλινών υπάρχει στην περιοχή για να χαλάσει τον καμβά αρχαίων, ενετικών και νεότερων μνημείων που άρχισε να διαμορφώνεται. Ας δούμε τα θέματα πιο αναλυτικά:

1.Εκ πρώτης όψεως φαίνεται αξιέπαινη η απόφαση του Πολυτεχνείου Κρήτης να εκμεταλλευτεί την ακίνητη περιουσία που απέκτησε μέσω δωρεών και δεν την αφήνει να καταρρεύσει όταν παύει να την χρησιμοποιεί. Σε αντίθεση μάλιστα με την έλλειψη αντίστοιχης βούλησης από μεγαλύτερα ΑΕΙ της Αθήνας, που καμμιά πρωτοβουλία δεν παίρνουν για την ενεργό διαχείριση της δικής τους περιουσίας, παρά την αφήνουν στο έλεος του χρόνου και διαφόρων επιβουλέων (από σκανδαλώδη χαμηλά μίσθια έως καταληψίες). Πλην όμως, η εκμετάλλευση θα μπορούσε να ξεκινήσει από άλλα κτίρια που έχει το Ίδρυμα και τα οποία βρίσκονται σε εξίσου τουριστικά προνομιακές και οικονομικά προσοδούχες θέσεις στο κέντρο και τα περίχωρα της πόλης. Χωρίς όμως ούτε να βαρύνονται από την σκιά της Ιστορίας ούτε να απαιτούν τον σεβασμό που πρέπει καθένας να επιδεικνύει στο σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.

2. Κατά σύμπτωση, αρκετές από αυτές τις επιλογές θα ήταν και πολύ πιο πρόσφορες για ξενοδοχεία, αν βέβαια υποθέσουμε ότι τα Χανιά έχουν πιεστικό έλλειμμα σε αυτό τον τομέα. Μέχρι στιγμής πάντως δεν έχει αποδειχθεί ότι χρειάζονται νέα ξενοδοχεία στο κέντρο των Χανίων και μάλιστα ότι δεν υπάρχει από πουθενά αλλού δυνατότητα κάλυψης παρά μόνο από τα ιστορικά κτίρια. Ακόμα και έτσι όμως να ήταν η κατάσταση, αναμένουν προς αξιοποίηση πολλά άλλα κτίρια της πόλης, είτε ιδιωτικά είτε δημόσια, ακόμη και μερικά ιστορικά που βρίσκονται σε αφθονία και δεν είναι εμβληματικά. Το κλασσικό παράδειγμα είναι ότι η πόλη θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί μερικά από τα επτά ερειπιώδη Νεώρια, ώστε να μπορεί να συντηρήσει τα υπόλοιπα (όπως το βομβαρδισμένο) και να τα εντάξει στον ιστορικό καμβά.

3. Ως γνωστόν, το 2004 αποφασίστηκε η ίδρυση της Αρχιτεκτονικής Σχολής στο Πολυτεχνείο Κρήτης. Η Σχολή αυτή δεν έγινε στα Χανιά επειδή η χώρα χρειαζόταν και άλλους αρχιτέκτονες και δεν είχε που να τους βάλει. Έγινε επειδή η ίδια η Κρήτη χρειαζόταν μια νέα αρχιτεκτονική παιδεία, ικανή να περισώσει το οικιστικό περιβάλλον από την επέλαση της κακόγουστης δόμησης, που συνδυάζει στέγες Πηλίου με αλουμίνια ντέξιον και ανταύγειες Λας Βέγκας. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι το Πολυτεχνείο θα αγωνιζόταν με όλες τις δυνάμεις του να αποκτήσει ένα πόλο παρέμβασης μέσα στην πόλη, ώστε με διαρκείς εκθέσεις, παρουσιάσεις αλλά και συγκρούσεις να διαδώσει και να εμπεδώσει πρότυπα δομικής αρτιότητας και καλαισθησίας για ό,τι νέο κτίζεται στα Χανιά και την Κρήτη γενικότερα. Στο πνεύμα αυτό, το πρώτο του σπίτι στο λιμάνι θα μπορούσε να στεγάσει την μεραρχία των αρχιτεκτόνων που θα έφερναν την νέα οικιστική ποιότητα στο νησί. Και όχι τα Hotel sur le mur militaire, όπως άτσαλα αντιγράφουν μερικοί από άλλες χώρες σαν την Αγγλία που σε μερικά από τα δευτεροκλασσάτα κάστρα της λειτουργούν ξενοδοχεία.

4.Οι σημερινές αρχές του Πολυτεχνείου ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν να παρέμβουν επειδή η απόφαση είναι προειλημμένη από το 2017 και αν δεν την εφαρμόσουν θα καταβάλλουν ρήτρες στον επενδυτή. Δεν είναι αυτομάτως έτσι τα πράγματα, όταν οι επενδυτές γνωρίζουν ότι η επένδυση τους θα τελεσφορήσει μόνο αν δοθούν όλες οι απαραίτητες εγκρίσεις, περιλαμβανομένης της μετατροπής χρήσης ενός νεότερου Μνημείου. Εάν αυτό δεν τους έγινε γνωστό στην αρχική απόφαση, τότε αυτή πάσχει και πρέπει να αναθεωρηθεί. Εάν τους έγινε, δεν πρέπει να παραπονούνται και η τωρινή Σύγκλητος έχει κάθε δικαίωμα να λάβει απόφαση για την ανάγκη διατήρησης του κτιρίου ως ιστορικού. Αν μάλιστα προτείνει ταυτόχρονα και άλλα μη-ιστορικά κτίρια που κατέχει ως ξενοδοχεία θα έχει επιτύχει με μία κίνηση τρία πράγματα: να βρει πόρους για το Ίδρυμα, να γίνει παράδειγμα σε άλλα πανεπιστήμια και να ξεκινήσει επιτέλους να υλοποιεί την αποστολή της Αρχιτεκτονικής Σχολής. Απλό και εφικτό!

5.Τέλος, και πιο σημαντικό από όλα, είναι ότι στα Χανιά ακόμα δεν έχει συσταθεί ένας Οργανισμός Παλαιάς και Αρχαίας Πόλης, (ας τον πούμε ΟΠΑΧ για συντομία). Αν υπήρχε, θα είχε στην εποπτεία του τον καμβά των ιστορικών μνημείων και κτιρίων, τα κριτήρια χρήσης τους και την αστυνόμευση από τις καταπατήσεις και τις καταστροφές που από πολλές μεριές τα απειλούν. Αρκετοί βέβαια θα του έκαναν πόλεμο γιατί ίσως έχαναν τις εξυπηρετήσεις «στο μιλητό» και τα στραβά μάτια που τώρα κάνουν διάφοροι χωρίς να φαίνονται μπροστά.

Τα Χανιά όμως θα ήταν ωφελημένα γιατί πολλά πράγματα θα έμπαιναν σε μια σειρά, θα υπήρχε συντονισμός και ίδιοι κανόνες για όλους. Επιπλέον, ο ΟΠΑΧ θα μπορούσε να διεκδικήσει πολλά ευρωπαϊκά κονδύλια για μια συνολική παρέμβαση, αντί των μεμονωμένων έργων που εντάσσονται κάθε φορά στα ΕΣΠΑ. Η Ρόδος που το έκανε, επίσης ως πόλη από κοινού αρχαία και ενετική, κάτι θα ξέρει καλύτερα».

Ο Νίκος Χριστοδουλάκης είναι Καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διατέλεσε επισκέπτης καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης την περίοδο 1986-1988, υπουργός Ανάπτυξης και Οικονομικών, καθώς και βουλευτής Χανίων 2004-2007. ‘Όταν είχε προτείνει τον Οργανισμό Παλιάς Πόλης Χανίων υπήρξαν ουκ ολίγες αντιδράσεις.

πηγή: Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ

Μοιραστείτε την είδηση