Η πρόσφατη δημοσιοποίηση της ανακάλυψης ιχνών βάδισης ηλικίας 5,7 εκατομμυρίων στην περιοχή του Ακρωτηρίου του Τραχήλου προκάλεσε αίσθηση στον επιστημονικό κόσμο, ενώ η «αρπαγή» τους έδωσε μια κωμικοτραγική διάσταση στην σημαντική αυτή θέση για την εξέλιξη του είδους μας. Τα ίχνη δίποδης βάδισης τα οποία είχαν αποτυπωθεί σε κάποιο μαλακό υλικό ή σε κάποια όχθη ποταμού ή θάλασσας, βρέθηκαν τυχαία το 2002 από τον Πολωνό παλαιοντολόγο Gerard Gierlinski και άρχισαν να μελετούνται συστηματικά από τον μαθητή του Grzegorz Niedzwiedzki το 2010. Η επιστημονική δημοσίευση της μελέτης αυτής έγινε το καλοκαίρι του 2017, και λίγες ημέρες αργότερα τμήμα τους αποσπάστηκε, ενώ ένα άλλο μέρος των ιχνών έπεσε θύμα βανδαλισμού, δημιουργώντας αρνητικούς συνειρμούς για τους σύγχρονους δίποδους κατοίκους της νήσου.

Το εύρημά αυτό είναι το δεύτερο το οποίο αμφισβητεί τη θεωρία της εξόδου από την Αφρική μέσα στο 2017, καθώς νωρίτερα την ίδια χρονιά μια άλλη ομάδα ερευνητών επανερμήνευσε τα ευρήματα σχετικά με τον ηλικίας 7,2 εκατομμυρίων ετών Γκραικοπίθηκο από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία κατατάσσοντάς τον ως ανθρώπινο, αν και ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητείται. Ο Γραικοπίθηκος είναι μέλος της ταξινομικής οικογένειας των ανθρωπίδων (Hominidae), η οποία περιλαμβάνει ανώτερα θηλαστικά όπως είναι ο άνθρωπος και τα πρωτεύοντα θηλαστικά.

Την εποχή που σχηματίστηκαν τα αποτυπώματα του Τραχήλου, στο Μειόκαινο, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά στην περιοχή. Η έρημος Σαχάρα δεν υπήρχε, η σαβάνα έφθανε μέχρι τη Βόρειο Αφρική και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Κρήτη δεν είχε ακόμη αποκοπεί από την ηπειρωτική Ελλάδα – κάτι το οποίο σημαίνει ότι οι πρώτοι ανθρωπίδες θα μπορούσαν να κινούνται άνετα μεταξύ Αφρικής και Ευρώπης.

Ωστόσο, από την εποχή της παρουσίας του Γραικοπίθηκου και του δίποδου προγονικού μας είδους στον Τράχηλα, μέχρι την πρώτη εμφάνιση του γένους Homo στην Ευρασία μεσολαβούν τουλάχιστον 4 εκατομμύρια χρόνια, με πρώτο «Ευρωπαίο» τον Homo ergaster ή erectus του Dmanisi στην Γεωργία, και τον Homo antecessor ή Homo heidelbergensis να εγκαθίστανται στην Γηραιά ήπειρο περίπου 1 εκατομμύριο χρόνια πριν από το παρόν. Γίνεται έτσι εύκολα αντιληπτό, ότι απέχουμε πολύ από το να ανατραπεί η θεωρία για την πρώτη εμφάνιση του είδους μας στην Αφρική, όπου τα απολιθώματα προγονικών ειδών βρίσκονται σε αφθονία και καλύπτουν όλο το χρονικό φάσμα από το Μειόκαινο μέχρι το Ολόκαινο.

Ο πρώτος ανθρωπίδης που έχει βρεθεί στην Ελλάδα είναι ο «αρχάνθρωπος» των Πετραλώνων, ο οποίος ανήκει στο είδος Homo heidelbergensis και χρονολογείται περίπου στα 150 χιλιάδες χρόνια πριν από το παρόν, αν και υπάρχουν ευρήματα που τεκμηριώνουν την παρουσία ανθρωπιδών στο Αιγαίο ακόμα και πριν τις 500 χιλιάδες χρόνια πριν, όπως για παράδειγμα στην Λέσβο. Πότε όμως φτάνουν οι πρώτοι ανθρωπίδες στην Κρήτη;

Η Κρήτη αποκαλείται συμβατικά «ωκεάνιο» νησί καθώς περιβάλλεται από θάλασσα τα τελευταία 5 εκατομμύρια χρόνια και σίγουρα καθ’ όλη τη διάρκεια του Πλειστοκαίνου, οπότε για να φτάσει εκεί πληθυσμός ανθρώπων, έπρεπε να διασχίσει θάλασσα, και όχι απλώς να περπατήσει όπως ίσως έκανε ο Γραικοπίθηκος. Μέχρι πρότινος οι θαλάσσιες μετακινήσεις οριοθετούνταν χρονολογικά στην Ανώτερη Παλαιολιθική. Η ιδέα της θαλάσσιας μετακίνησης εντός της Μεσογείου κατά το Πλειστόκαινο είχε προταθεί και στο κοντινό παρελθόν, ωστόσο δεν υπήρχαν ακόμα τα απαραίτητα στοιχεία για να οριοθετηθεί χωρικά και χρονολογικά, και να τεκμηριωθεί επαρκώς.

Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια, μία σειρά αρχαιολογικών ερευνητικών προγραμμάτων έχουν φέρει στο φως ευρήματα τα οποία αποδεικνύουν την κατοίκηση της Κρήτης κατά το Πλειστόκαινο. Η επιφανειακή έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης στην Γαύδο ήταν η πρώτη η οποία έφερε στο φως λίθινα εργαλεία από πυριτόλιθο, ασβεστόλιθο και χαλαζία τα οποία χρονολογούνται βάσει τυπολογίας σε διάφορες φάσεις της Παλαιολιθικής, ενώ στην απέναντι ακτή, στο Λουτρό, έχουν βρεθεί μεγάλα κοπτικά εργαλεία από ασβεστόλιθο. Η επιφανειακή έρευνα του Providence College σε διάφορα σημεία του Νότιου Ρεθύμνου μεταξύ της παραλίας του Πλακιά και της Πρέβελης έφερε την Κρήτη στο επίκεντρο του παγκόσμιου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος με την ανακάλυψη Παλαιολιθικών ευρημάτων τα οποία χρονολογούνται από την Μεσολιθική μέχρι την Κατώτερη Παλαιολιθική πριν τα 130 χιλιάδες χρόνια πριν από το παρόν, και κρίθηκε ως μια από τις 10 σημαντικότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις παγκοσμίως για το έτος 2010. Νέα ευρήματα λαξευμένα σε γαλακτώδη χαλαζία της Κατώτερης ή Μέσης Παλαιολιθικής εποχής εντοπίστηκαν στην Ανατολική Κρήτη και συγκεκριμένα στον Μόχλο, στα πλαίσια μιας γεωλογικής έρευνας μιας ακολουθίας του Τεταρτογενούς. Σήμερα, μπορεί να ειπωθεί πως η Παλαιολιθική αρχαιολογία αποτελεί σημαντικό κομμάτι της τρέχουσας έρευνας του παρελθόντος στην Κρήτη.

Πόσο παλιά και ποιοι έφτασαν πρώτοι στην Κρήτη είναι βεβαίως ακόμα υπό συζήτηση. Η ομάδα έρευνας του Πλακιά αποδίδει την εργαλειοτεχνία της περιοχής, η οποία θεωρείται πως είναι Αχελαία ή Mode 2, στον Homo erectus και χρονολογεί την πιθανή πρώιμη μετακίνηση περίπου στο 1.0 με 0.8 εκατομμύρια χρόνια πριν από το παρόν. Η συγκεκριμένη άποψη έχει δεχτεί αρκετή κριτική, καθώς τα ευρήματα δεν έχουν αρκετές ομοιότητες με αντίστοιχα από την Αφρική και την Δυτική Ασία, ενώ στις εγγύτερες περιοχές δεν υπάρχουν ανθρώπινα απολιθώματα αυτής της περιόδου που να στηρίζουν την υπόθεση αυτή.

Άλλωστε, τόσο η Γαύδος όσο και η Κρήτη, βρίσκονται σε τέτοια απόσταση από την Βόρεια ακτή της Αφρικής (σχεδόν 200 χιλιόμετρα), ώστε η πιθανότητα της σκόπιμης απευθείας πλεύσης από την Αφρική προς την Κρήτη να φαίνεται σχεδόν αδύνατη.

Αρκετά πιο πιθανή φαντάζει η περίπτωση της μετακίνησης ανθρώπων μετά τις 100 χιλιάδες χρόνια πριν από το παρόν, καθώς τότε πρώιμοι Homo sapiens, φορείς της εργαλειοτεχνίας προετοιμασμένου πυρήνα ή Mode 3, εξαπλώνονται από την Αφρική στην Ευρασία. Επίσης, στην ηπειρωτική Ελλάδα έχουν βρεθεί κατάλοιπα Homo neanderthalensis στην Μάνη, στα σπήλαια Λακωνίδας, Απηδήματος, και Καλαμάκια, οι οποίοι θεωρούνται σύγχρονοι ή σχεδόν σύγχρονοι στην συμπεριφορά, και θα μπορούσαν κάλλιστα να κάνουν τον διάπλου Πελοποννήσου-Κρήτης.

Η μετακίνηση από την Πελοπόννησο προς τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα θα είχε ως πιθανότερο προορισμό την κοιλάδα της Κισάμου που θα σχηματιζόταν ανάμεσα στο ακρωτήριο της Γραμβούσας και την χερσόνησο Ροδοπού, με τα οποία έχει οπτική επαφή μέχρι και σήμερα. Το 2014 πραγματοποιήθηκε μια προσομοίωση του ταξιδίου από τα Κύθηρα προς τα Χανιά με μια σχεδία κατασκευασμένη από πρώτες ύλες που θα ήταν διαθέσιμες και κατά την Παλαιολιθική, αλλά με την χρήση μεταλλικών εργαλείων και όχι λίθινων, και την προσθήκη πανιού, κάνοντας έτσι το πείραμα λιγότερο αξιόπιστο.

Ο κόλπος της Κισάμου και τα Αντικύθηρα θα βρίσκονταν σε ακόμα μεγαλύτερη εγγύτητα κατά τις παγετώδεις περιόδους χαμηλής θαλάσσιας στάθμης αποτελώντας ιδανικό προορισμό μέσω θαλάσσης λόγω των ευνοϊκών συνθηκών για προσλιμένωση σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Επίσης, οι κατευθύνσεις των θαλάσσιων ρευμάτων διευκολύνουν την πλεύση από Αντικύθηρα προς Γραμβούσα ή Ροδοπού, εν αντιθέσει με τις συνθήκες που επικρατούν στο Λιβυκό πέλαγος, οι οποίες δυσχεραίνουν την ακτοπλοϊκή σύνδεση ακόμα και για την απόσταση μεταξύ Κρήτης και Γαύδου.

Μοιάζει επομένως πολύ πιθανό τμήμα των υλικών τεκμηρίων της ανθρώπινης παρουσίας στην Κίσαμο να βρίσκεται στο καταβυθισμένο τοπίο μεταξύ της Γραμβούσας και του Ραβδούχα, παρέα με τα, λιγοστά πλέον, ψάρια του κόλπου, και σίγουρα ασφαλές από τους βανδαλισμούς και τις κλοπές από τις οποίες υπέφεραν τα ίχνη των συμπαθών δίποδων προγόνων μας.

Μοιραστείτε την είδηση

Παναγιώτης Ζερβουδάκης

Αρχαιολόγος

    Παναγιώτης Ζερβουδάκης έχει δημοσιεύσει 11 άρθρα. Δείτε όλα τα άρθρα του συντάκτη Παναγιώτης Ζερβουδάκης